
Είναι προφανές ότι η πεποίθηση παραπάνω από των μισών Ελλήνων ότι ζούσαν καλύτερα το 2019 αποτελεί βαρύτατο πλήγμα στο κυβερνητικό αφήγημα για μια Οικονομία που ανθεί υπό την καθοδήγησή της τα τελευταία επτά χρόνια.
Το εύρημα της τελευταίας δημοσκόπησης της Metron Analysis εκ πρώτης όψεως εντυπωσιάζει, δεδομένου ότι το 2019 η Ελλάδα έκανε τα πρώτα της ελεύθερα βήματα έξω από τη «φυλακή» των Μνημονίων, ενώ σήμερα εμφανίζει από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη.
Δεν θα έπρεπε όμως να μας εκπλήσσει. Όλες οι μετρήσεις κοινής γνώμης των τελευταίων μηνών καταγράφουν την «κοινωνία του ενός τρίτου». Έχει παγιωθεί πως το 70% εκτιμά ότι η χώρα κινείται προς λάθος κατεύθυνση και μόλις ένας στους τρεις εκφράζει την ικανοποίησή του για τη σημερινή κατάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι κάπου εκεί φτάνει και το δημοσκοπικό ταβάνι του κυβερνώντος κόμματος, πέριξ του 30% και του ποσοστού που πήρε στις ευρωεκλογές, και πολύ μακριά από το 41% των εθνικών εκλογών του 2023.
Η διάχυτη απαισιοδοξία εξηγείται, αν λάβουμε υπόψη ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρώπης, εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Την ίδια στιγμή, ο μέσος μισθός δεν φτάνει ούτε στο μισό του μέσου ευρωπαϊκού: Σχεδόν στις 18 χιλιάδες ευρώ, όταν για τους «27» αγγίζει τις σαράντα. Λογικό επόμενο να τελειώνει ο μισθός στις 18 του μήνα για το 62% των νοικοκυριών (να ‘τα πάλι τα δύο τρίτα) και λογικό επόμενο αυτή η δυσαρέσκεια να μεταφέρεται και στο πεδίο των δημοσκοπήσεων.
Αν τα παραπάνω προβληματίζουν την κυβέρνηση, θα έπρεπε να προκαλούν κατάθλιψη στην αντιπολίτευση. Γιατί πως αλλιώς πέρα από αποτυχία μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται με νταμπλ σκορ σε όλες τις δημοσκοπήσεις; Το κυβερνητικό αφήγημα μπορεί να βουλιάζει υπό το βάρος της ακρίβειας, αλλά κατά τα φαινόμενα παραμένει το μοναδικό αφήγημα.

