
Υπάρχουν πολιτικοί που μιλούν διαρκώς για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και την ελευθερία του Τύπου. Και υπάρχουν πολιτικοί που όταν βρεθούν στην εξουσία θεωρούν ότι όλα αυτά ισχύουν μόνο για όσους τους χειροκροτούν.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έρχεται να φωτίσει μια από τις πιο σκοτεινές πτυχές της περιόδου διακυβέρνησης Τσίπρα. Μια περίοδο κατά την οποία η ρητορική περί κράτους δικαίου συνυπήρχε με non papers, διαρροές, στοχοποιήσεις, δημόσιες καταδίκες πολιτικών αντιπάλων και επιχειρηματιών πριν ακόμη αποφανθεί η Δικαιοσύνη.
Για χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του επιχείρησαν να εμφανιστούν ως οι υπερασπιστές των θεσμών απέναντι στο «παλιό σύστημα». Στην πράξη όμως οικοδόμησαν μια πολιτική κουλτούρα που θύμιζε περισσότερο καθεστώς πολιτικής ομηρίας παρά φιλελεύθερη δημοκρατία. Όποιος δεν ευθυγραμμιζόταν, έμπαινε στο στόχαστρο. Όποιος διέθετε επιρροή και δεν ελεγχόταν, έπρεπε να πιεστεί. Όποιος ασκούσε κριτική, αντιμετωπιζόταν ως εχθρός.
Το πραγματικό πρόσωπο εκείνης της εποχής δεν ήταν οι μεγαλόστομες ομιλίες περί προοδευτισμού. Ήταν οι οργανωμένες εκστρατείες δολοφονίας χαρακτήρα. Ήταν η προσπάθεια δημιουργίας «φιλικού» μιντιακού τοπίου. Ήταν η αντίληψη ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη και να προδικάζει ενοχές μέσω τηλεοπτικών παραθύρων, ανακοινώσεων και ανώνυμων διαρροών.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τον Βαγγέλη Μαρινάκη. Αφορά το αν μια κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιεί τον κρατικό μηχανισμό και την πολιτική της ισχύ για να στοχοποιεί πρόσωπα που θεωρεί ανεπιθύμητα. Αφορά το αν η Δικαιοσύνη θα λειτουργεί ανεξάρτητα ή υπό το βάρος πολιτικών υποδείξεων και δημόσιων πιέσεων.
(EUROKINISSI)
Για αυτό και η απόφαση του Στρασβούργου έχει βαρύ πολιτικό αποτύπωμα. Υπενθυμίζει ότι το κράτος δικαίου δεν κρίνεται από τα συνθήματα αλλά από τις πράξεις. Και οι πράξεις εκείνης της περιόδου αποκαλύπτουν μια εξουσία που συχνά λειτουργούσε με όρους εκφοβισμού, στοχοποίησης και πολιτικού τραμπουκισμού.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι όσοι εμφανίζονταν ως σταυροφόροι της θεσμικής κανονικότητας, καταλήγουν σήμερα να κρίνονται από ένα ευρωπαϊκό δικαστήριο ακριβώς για την παραβίαση θεμελιωδών αρχών που υποτίθεται ότι υπερασπίζονταν.
Οι μάσκες έπεσαν. Και η απόσταση ανάμεσα στο αφήγημα και την πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από όσο ήθελαν να πιστεύουν οι δημιουργοί του.
Ταυτόχρονα, η απόφαση συνιστά μια σημαντική προσωπική και θεσμική δικαίωση για τον Βαγγέλη Μαρινάκη. Για χρόνια υποστήριζε ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση NOOR1 δεν ήταν αποτέλεσμα πραγματικών αποδεικτικών στοιχείων αλλά μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής επιχείρησης πίεσης και στοχοποίησης.
Η αμετάκλητη αθώωσή του από την ελληνική Δικαιοσύνη και η κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ενισχύουν τον ισχυρισμό ότι βρέθηκε στο επίκεντρο μιας οργανωμένης προσπάθειας πολιτικής απαξίωσης. Η δικαίωση δεν αφορά μόνο το πρόσωπό του, αλλά και την αρχή ότι κανένας πολίτης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πολιτικό στόχο μέσω δημόσιων καταγγελιών, διαρροών και προκατασκευασμένων εντυπώσεων πριν αποφανθούν τα δικαστήρια.

