Οι αυλικοί της Κίμπερλι

Η διπλωματία απαιτεί σχέσεις. Η αξιοπρέπεια απαιτεί να μη μετατρέπονται οι σχέσεις σε διαγωνισμό υποτέλειας.
Υπάρχει στην Ελλάδα μια κατηγορία ανθρώπων που μπροστά στην εξουσία παθαίνει επιλεκτική αμνησία. Ξεχνά προσβολές, καταπίνει χαρακτηρισμούς και σπεύδει να εξασφαλίσει μια θέση δίπλα στον ισχυρό. Κατά προτίμηση, μέσα στο φωτογραφικό κάδρο.

Η περίπτωση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ υπήρξε αποκαλυπτική. Το 2015, από την τηλεοπτική συχνότητα του Fox News, είχε χαρακτηρίσει τους Έλληνες «τζαμπατζήδες». Μιλούσε για έναν λαό μέσα στην οικονομική κρίση με την ευκολία εκείνου που παρακολουθεί την καταστροφή από ασφαλή απόσταση και μοιράζει μαθήματα στους πληγέντες.

Αυτό το παρελθόν δεν εμπόδισε την εγχώρια προθυμία να στηθεί γύρω της μια αυλή θαυμασμού. Το αξίωμα αποδείχθηκε ισχυρότερο από τη μνήμη. Και η προσδοκία μιας χρήσιμης γνωριμίας ισχυρότερη από την ευθιξία.
Το πρόβλημα αφορά όσους μετέτρεψαν τη θεσμική επικοινωνία σε προσωπική αποθέωση. Όσους αντιμετώπισαν την πρόσβαση στην πρέσβειρα ως κοινωνικό παράσημο. Όσους μπέρδεψαν τη σοβαρή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες με την επίδειξη οικειότητας προς ένα πρόσωπο.

Μια χώρα οφείλει να συνομιλεί με την εκπρόσωπο μιας μεγάλης δύναμης. Οι αξιωματούχοι της οφείλουν να συνεργάζονται μαζί της. Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να την εξετάζουν, να τη ρωτούν, να την ελέγχουν. Από πού προκύπτει η υποχρέωση να τη χειροκροτούν;

Και τώρα, μετά την παραίτησή της, την οποία ζήτησε ο Λευκός Οίκος, η λάμψη αποκτά άλλο φωτισμό. Τα δημοσιεύματα για σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα και για φερόμενη προσφορά πολιτικής πρόσβασης έναντι χρημάτων εγείρουν σοβαρά ερωτήματα. Η ίδια αρνείται τις καταγγελίες. Δεν αποτελούν αποδεδειγμένη ενοχή, απαιτούν όμως έλεγχο — ακριβώς εκείνον που η κοινωνική αποθέωση δυσκολεύει.

Το «ήρθε για business» χρειάζεται τεκμηρίωση όταν υπονοεί προσωπικό όφελος. Η προώθηση αμερικανικών επενδύσεων και εμπορικών συμφερόντων ανήκει στη δουλειά ενός Αμερικανού πρέσβη. Η σύγχυση του δημόσιου αξιώματος με ιδιωτικές εξυπηρετήσεις είναι διαφορετικό ζήτημα και πρέπει να διερευνηθεί μέχρι τέλους.

Για τους δικούς μας αυλικούς, πάντως, το πολιτικό ερώτημα υπάρχει ανεξάρτητα από την έκβαση οποιασδήποτε έρευνας: τι ακριβώς θαύμαζαν; Τη διπλωματική επάρκεια; Το έργο; Ή την πιθανότητα να ανοίξει μια πόρτα για τους ίδιους;
Ο θαυμασμός χωρίς κριτήριο είναι κολακεία. Η οικειότητα που επιδεικνύεται ως απόδειξη ισχύος είναι επαρχιωτισμός. Και η λήθη μιας δημόσιας προσβολής, όταν συνοδεύεται από αγώνα για μια πρόσκληση, είναι επιλογή με ευδιάκριτη τιμή.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις αξίζουν σοβαρότητα, συνέχεια και θεσμικό βάθος. Δεν χρειάζονται αυλικούς που παρουσιάζουν τις προσωπικές τους γνωριμίες ως εθνική υπηρεσία.
Η Κίμπερλι θα φύγει. Οι φωτογραφίες θα μείνουν.
Και θα θυμίζουν πόσο εύκολα κάποιοι κατάπιαν το «τζαμπατζήδες», αρκεί να τους κρατούσαν μια θέση στο τραπέζι.