Ο καβγάς ως υποκατάστατο πολιτικής

Newsroom
3 Min Read

Η πρόσφατη αντιπαράθεση στη Βουλή των Ελλήνων ανάμεσα στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Άδωνι Γεωργιάδη δεν ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο κοινοβουλευτικής έντασης. Ήταν κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό: ένας πρόλογος στον προαναγγελθέντα θάνατο του κοινοβουλευτικού έργου και, μαζί, της πολιτικής αξιοπρέπειας.

Η κα Κωνσταντοπούλου επέλεξε –για ακόμη μία φορά– τη δραματοποίηση. Μίλησε για «κουκουλοφόρους και κρανοφόρους αστυνομικούς», για αυταρχισμό, για προσβολή του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Έστησε μια αφήγηση σύγκρουσης ανάμεσα σε έναν «καταπιεστικό υπουργό» και έναν «αντιστάμενο χώρο». Το αφήγημα είναι γνώριμο. Τόσο γνώριμο, που πια λειτουργεί μηχανικά, σχεδόν τελετουργικά: πρώτα η καταγγελία, μετά η ηθική υπεροχή, στο τέλος το χειροκρότημα του ακροατηρίου που έτσι κι αλλιώς έχει αποφασίσει τι θα πιστέψει.

Η πολιτική όμως δεν είναι performance. Ή, τουλάχιστον, δεν θα έπρεπε να είναι. Όταν η Πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας μιλά για «κορδέλες και φιέστες σε ΤΕΠ που πλημμυρίζουν», δεν ελέγχει απλώς την κυβέρνηση. Επενδύει συνειδητά στη λογική της απαξίωσης: όλα είναι ψέμα, όλα είναι βιτρίνα, τίποτα δεν αξίζει σοβαρή συζήτηση. Αυτή η στάση μπορεί να τρέφει την οργή, αλλά δηλητηριάζει τον δημοκρατικό διάλογο.

Απέναντι σε αυτόν τον λόγο, ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν εμφανίστηκε ως ο ιδανικός υπουργός –κανείς δεν είναι– αλλά ως εκπρόσωπος μιας άλλης, λιγότερο θεατρικής λογικής. Αντέταξε στοιχεία, μίλησε για αύξηση προσωπικού κατά 30%, υπερασπίστηκε το δικαίωμα της πολιτικής ηγεσίας να επισκέπτεται δημόσιους χώρους χωρίς να αντιμετωπίζεται ως εισβολέας. Μπορεί ο τόνος του να ήταν οξύς, ίσως και για κάποιους προκλητικός. Όμως σε αντίθεση με την κραυγή, προσπάθησε να παραμείνει στο πεδίο της διαχείρισης και της ευθύνης.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο Γεωργιάδης έκανε σωστά εγκαίνια ή αν τα ΤΕΠ έχουν προβλήματα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: μπορεί το Κοινοβούλιο να λειτουργήσει όταν η πολιτική αντιπαράθεση εξαντλείται σε σκηνές καταγγελίας και προσωπικής δαιμονοποίησης; Όταν ο αντίπαλος δεν είναι συνομιλητής αλλά εχθρός προς εξόντωση;

Αυτού του είδους οι πρακτικές δεν προάγουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Τον ακυρώνουν. Μετατρέπουν τη Βουλή σε σκηνή και τους βουλευτές σε ρόλους προκαθορισμένους. Και τότε, η πολιτική παύει να είναι πεδίο ευθύνης και γίνεται απλώς πεδίο εκτόνωσης.

Αν υπάρχει κάτι που αξίζει να υποστηριχθεί –έστω ελαφρά αλλά καθαρά– είναι ότι ένας υπουργός κρίνεται πρωτίστως από το έργο του και όχι από τις κραυγές που προκαλεί. Η πολιτική αξιοπρέπεια δεν σώζεται με φωνές ούτε με ηθικούς εξορκισμούς. Σώζεται με επιχειρήματα, με στοιχεία και με τη στοιχειώδη παραδοχή ότι η Δημοκρατία πεθαίνει πρώτα στη γλώσσα και μετά στους θεσμούς. Και σε αυτή τη συζήτηση, ο καβγάς Ζωής–Άδωνη δεν ήταν λύση· ήταν σύμπτωμα

Share This Article