Ένα ιδιότυπο πολιτικό παράδοξο διαμορφώνεται επτά περίπου μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές. Η Νέα Δημοκρατία διεκδικεί τρίτη αυτοδύναμη θητεία, το ΠΑΣΟΚ αποκλείει συνεργασία με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να συγκροτήσει έναν νέο πολιτικό πόλο και τα υπόλοιπα κόμματα υψώνουν τις δικές τους «κόκκινες γραμμές». Το πρόβλημα είναι ότι, την ώρα που σχεδόν όλοι εξηγούν με ποιους δεν πρόκειται να συνεργαστούν, ελάχιστοι περιγράφουν με ποιους και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση.
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Αν η κάλπη της άνοιξης του 2027 δεν δώσει αυτοδύναμη πλειοψηφία, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με την αναζήτηση κυβερνητικών συνεργασιών σε ένα εξαιρετικά κατακερματισμένο πολιτικό περιβάλλον. Και τότε οι προεκλογικές διακηρύξεις θα πρέπει να μετατραπούν είτε σε κυβερνητικές συμφωνίες είτε σε αποφάσεις που θα οδηγήσουν σε νέα εκλογική αναμέτρηση. Ο Μητσοτάκης δημοσκοπικά είναι καθαρά πρώτος με Τσίπρα και Ανδρουλάκη να βρίσκονται στην «γκρίζα ζώνη» τροφοδοτώντας το κυβερνητικό αφήγημα περί ακυβερνησίας.
Το δίλημμα Μητσοτάκη: Αυτοδυναμία ή αναζήτηση συμμάχων
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει ότι θα επιδιώξει την αυτοδυναμία. Επιχειρεί μάλιστα να συνδέσει τον συγκεκριμένο στόχο με τη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και με την ανάγκη η Ελλάδα να διαθέτει ισχυρή κυβέρνηση όταν αναλάβει, την 1η Ιουλίου 2027, την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η στρατηγική αυτή έχει συγκεκριμένη πολιτική λογική. Η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης σε επιχείρημα υπέρ της συνέχειας της σημερινής διακυβέρνησης. Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική αντίφαση που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Νέα Δημοκρατία εφόσον δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Μπορεί να ζητά από τους πολίτες να της δώσουν την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά δεν μπορεί να αποκλείσει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα επιβάλλει διαφορετικές επιλογές.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα επιδιώξει πραγματικά τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας ή εάν θα προτιμήσει νέα προσφυγή στις κάλπες, θεωρώντας ότι έτσι θα ενισχύσει την πίεση προς τους ψηφοφόρους. Προς το παρόν, ο πρωθυπουργός παραπέμπει την τελική συζήτηση στην επομένη των εκλογών.
ΠΑΣΟΚ: Το μεγάλο «όχι» στη ΝΔ και το αναπάντητο «ναι»
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια εξίσου σύνθετη πολιτική εξίσωση. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει επενδύσει στη στρατηγική της αυτόνομης πορείας και στην επιδίωξη πολιτικής αλλαγής. Η απόρριψη συνεργασίας με τη σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, ενώ η παρέμβαση του Χάρη Δούκα για τη θεσμική κατοχύρωση αυτής της θέσης ανέδειξε και ζήτημα εσωκομματικής εμπιστοσύνης. Διότι πίσω από τη συζήτηση για τη συνεργασία με τη ΝΔ κρύβεται ένα δεύτερο ερώτημα, ποιος θα αποφασίσει την τελική στάση του ΠΑΣΟΚ εάν το εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργήσει συνθήκες διαπραγμάτευσης; Το πρόβλημα, πάντως, δεν εξαντλείται στο ποιον αποκλείει το ΠΑΣΟΚ. Αφορά και το ποιον θα μπορούσε να αποδεχθεί ως κυβερνητικό εταίρο.
Μια ενδεχόμενη συνεργασία με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα προϋποθέτει πολιτική συμφωνία, κοινοβουλευτική πλειοψηφία και απαντήσεις για το πρόσωπο του πρωθυπουργού. Και κυρίως προϋποθέτει να ξεπεραστούν οι ανταγωνισμοί δύο πολιτικών δυνάμεων που διεκδικούν επιρροή σε επικαλυπτόμενα εκλογικά ακροατήρια. Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό, αν το ΠΑΣΟΚ αποκλείει τη ΝΔ, αλλά δεν διαθέτει εναλλακτική πλειοψηφία, ποια κυβερνητική λύση θα προτείνει;
Τσίπρας: Η φιλοδοξία της προοδευτικής διακυβέρνησης και η αριθμητική της κάλπης
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με την ΕΛ.Α.Σ. προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο βασικός εκφραστής μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, διεκδικώντας πολιτικό χώρο στον οποίο ήδη δραστηριοποιούνται το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς. Ωστόσο, η συγκρότηση ενός νέου πολιτικού φορέα δεν συνεπάγεται αυτόματα και τη δημιουργία μιας νέας κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Εάν οι πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να εκφράσουν την προοδευτική διακυβέρνηση ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την ηγεμονία στον ίδιο χώρο, η συνεννόησή τους την επομένη των εκλογών μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη.
Επιπλέον, το ερώτημα ποιος θα ηγηθεί μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης δεν είναι καθόλου δευτερεύον. Θα αποδεχόταν ο Αλέξης Τσίπρας πρωθυπουργό τον Νίκο Ανδρουλάκη; Θα δεχόταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να στηρίξει κυβέρνηση υπό τον πρώην πρωθυπουργό; Θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε τρίτο πρόσωπο;
Πρόκειται για ενδεχόμενα που δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένα, πολύ περισσότερο πριν γίνουν γνωστοί οι πραγματικοί κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί.
Ο παράγοντας Σαμαράς και οι μικρότερες πολιτικές δυνάμεις
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για ενδεχόμενο νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα στον χώρο της Κεντροδεξιάς. Ένας νέος σχηματισμός, εφόσον τελικά ιδρυθεί και εκπροσωπηθεί στη Βουλή, θα μπορούσε να μεταβάλει τους πολιτικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι θα αποτελούσε αυτομάτως διαθέσιμο κυβερνητικό εταίρο της Νέας Δημοκρατίας, ιδιαίτερα με δεδομένη τη δημόσια αντιπαράθεση Σαμαρά–Μητσοτάκη.
Αντίστοιχα, η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου έχει διαμορφώσει μια έντονα αντιπολιτευτική ταυτότητα, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου στηρίζει μεγάλο μέρος της πολιτικής της παρουσίας στην αντιπαράθεση με το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα.
Ακόμη και αν τα κόμματα αυτά αποκτήσουν κρίσιμο αριθμό εδρών, η αριθμητική δυνατότητα συνεργασίας δεν συνεπάγεται πολιτική συμφωνία.
Και βεβαίως το ΚΚΕ διατηρεί τη γνωστή θέση του κατά της συμμετοχής σε κυβερνήσεις διαχείρισης στο πλαίσιο του σημερινού συστήματος.
Η αριθμητική των 151 και οι πραγματικές δυνατότητες συνεργασίας
Ο σχηματισμός κυβέρνησης δεν εξαρτάται μόνο από τις πολιτικές προθέσεις, αλλά και από την κατανομή των εδρών.
Με το ισχύον εκλογικό σύστημα, το πρώτο κόμμα μπορεί να λάβει κλιμακωτό μπόνους έως 50 εδρών, εφόσον συγκεντρώσει το προβλεπόμενο ποσοστό. Το γεγονός αυτό καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την εκλογική επίδοσή του, χωρίς να εγγυάται αυτοδυναμία.
Οι 151 έδρες αποτελούν το όριο της απόλυτης πλειοψηφίας στη Βουλή των 300. Ωστόσο, συνταγματικά ο σχηματισμός και η διατήρηση κυβέρνησης δεν απαιτούν σε κάθε περίπτωση 151 θετικές ψήφους: είναι δυνατές και κυβερνήσεις μειοψηφίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις εμπιστοσύνης.
Άρα, δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιο κόμμα θα έρθει πρώτο ή δεύτερο. Πρέπει να εξεταστούν οι πραγματικές δυνατότητες συγκρότησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ή ανοχής και, κυρίως, το εάν τα εμπλεκόμενα κόμματα θα συμφωνούν σε ένα ελάχιστο κυβερνητικό πρόγραμμα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Είναι άλλο πράγμα να συμφωνούν δύο κόμματα ότι διαφωνούν με την κυβέρνηση και εντελώς διαφορετικό να συμφωνούν για τη φορολογία, την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη λειτουργία του κράτους.
Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα του 2027
Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα κρίνει μόνο ποιο κόμμα θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους. Θα αναδείξει και το ερώτημα εάν το πολιτικό σύστημα μπορεί να μετατρέψει τη λαϊκή ετυμηγορία σε βιώσιμη κυβέρνηση.
Η Νέα Δημοκρατία προβάλλει την αυτοδυναμία ως απάντηση στην πολιτική αστάθεια. Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει κυβερνητική αλλαγή αποκλείοντας τη συνεργασία με τη σημερινή κυβέρνηση. Ο Αλέξης Τσίπρας αναζητεί έναν νέο ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, ενώ οι μικρότεροι σχηματισμοί διατηρούν τις δικές τους πολιτικές προτεραιότητες. Όλοι έχουν το δικαίωμα να θέτουν τις προϋποθέσεις τους. Οφείλουν, όμως, να εξηγούν και τι θα πράξουν εάν η λαϊκή ψήφος δεν επιβεβαιώσει τον επιθυμητό τους σχεδιασμό.
Γιατί τα μεγάλα ερωτήματα δεν είναι μόνο ποιος θα εκλεγεί, ποιος θα ενισχυθεί και ποιος θα υποχωρήσει. Είναι ποιος θα μπορέσει να κυβερνήσει, με ποιο πρόγραμμα και με ποιους συμμάχους.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον παράδοξο της προεκλογικής περιόδου, οι πολιτικοί αρχηγοί έχουν αρχίσει να περιγράφουν με αρκετή σαφήνεια τις κυβερνήσεις στις οποίες δεν θα συμμετάσχουν. Εκείνο που παραμένει πολύ λιγότερο σαφές είναι ποιες κυβερνήσεις θα μπορούσαν τελικά να σχηματίσουν.


