O «Καλικάντζαρος», ως σύμβολο της σάτιρας και της ανατροπής, μας θυμίζει ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμελιώδης για μια υγιή δημοκρατία. Η σάτιρα, όσο καυστική κι αν είναι, αποτελεί δικαίωμα και συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις και τα κακώς κείμενα. Γι’ αυτό και οποιοσδήποτε βουλευτής της Νίκης την έχει δει σύγχρονος καμπόγιας, κατά βάθος ζορίζεται: Ζορίζεται γιατί το κακώς κείμενο είναι ο ίδιος. Θλίβεται, γιατί ξέρει πως αποτελεί μια ασήμαντη μειοψηφία. Μια μειοψηφία σαφώς λιγότερο απειλητική για τη σωματική μας ακεραιότητα από τη συμμορία των ναζί, μα εξίσου επικίνδυνη για το free speech που λένε και στο Χαλάντρι.
Ας γυρίσουμε όμως 15 χρόνια πίσω. Θυμόμαστε την εποχή του Μνημονιακού και του Αντιμνημονιακού μετώπου; Toν εσμό των Χρυσαυγιτών ΨΗΦΟΦΟΡΩΝ, που έφτασαν μια εγκληματική οργάνωση να αποτελεί το τρίτο σε δύναμη κόμμα στη Βουλή; Tότε, που ο Ναός της Δημοκρατίας απείχε έτη φωτός από τον χαρακτηρισμό και θύμιζε περισσότερο εκπομπές τύπου «Παρατράγουδα». Αν λοιπόν θυμάσαι την εποχή και «τσιτάρεις» ένα κλικ με τους σύγχρονους Ιεροεξεταστές, βάζω ένα εικοσάρικο στοίχημα πως είχες ανατριχιάσει με την υπόθεση του «Γέροντα Παστίτσιου» και το σύγχρονο κυνήγι μαγισσών.
Η ιστορία ξεκίνησε με τη δημιουργία μιας σατιρικής σελίδας στο Facebook, που απεικόνιζε έναν «μοναχό» με παστίτσιο αντί για κεφάλι, ως παρωδία του Άγιου Παΐσιου. Η σελίδα με το Μακαρονοτέρας έγινε γρήγορα δημοφιλής, προκαλώντας όμως και αντιδράσεις από θρησκευόμενους. Γέλασα όσα γέλασες με το viral πριν υπάρξει ο όρος, happenning με την παρέλαση στα Εξάρχεια.
Η κορύφωση της υπόθεσης ήρθε με την παρέμβαση της Χρυσής Αυγής, η οποία μέσω του βουλευτή Χρήστου Παππά (ναι, εκείνου που χαιρετούσε ναζιστικά τις… Απόκριες και… έκανε πιπί του έξω από γνωστό τηλεοπτικό κανάλι) κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή, οδηγώντας στη σύλληψη του διαχειριστή της σελίδας, Φίλιππου Λοΐζου, με την κατηγορία της βλασφημίας.
Η σύλληψη και η επακόλουθη καταδίκη του Λοΐζου προκάλεσαν κύμα αντιδράσεων από οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, νομικούς και πολίτες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η υπόθεση ανέδειξε το ζήτημα της αναχρονιστικής νομοθεσίας περί βλασφημίας, που εξακολουθούσε να ισχύει στην Ελλάδα.
Ο Λοΐζος, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και την ίδια τη Δημοκρατία, τόνισε ότι στόχος του δεν ήταν να προσβάλει τον Άγιο Παΐσιο, αλλά να σατιρίσει την εκμετάλλευση της μορφής του και τη διαστρέβλωση των διδαχών του από ορισμένους κύκλους.
Η αρχική καταδίκη του Λοΐζου σε 10 μήνες φυλάκιση με αναστολή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με πολλούς να την χαρακτηρίζουν ως περιορισμό της ελευθερίας του λόγου. Ωστόσο, στην έφεση, το δικαστήριο τον απάλλαξε (με τη σχετική χρονοκαθυστέρηση), λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου.
Η υπόθεση του «Γέροντα Παστίτσιου» ανέδειξε το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης και των ορίων της σάτιρας, καθώς και την ανάγκη για αναθεώρηση της νομοθεσίας περί βλασφημίας. Παράλληλα, πυροδότησε έναν ευρύτερο διάλογο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας, πολιτικής και κοινωνίας στην Ελλάδα. Ήταν τότε που η ακροδεξιά έφτιαχνε την ατζέντα. Σήμερα πάλι, συμβαίνει το ίδιο. Ας μην τους το επιτρέψουμε.
Λευτεριά στους Ανθρώπους, την Τέχνη και όλες τις εκφάνσεις της,
Ένας από τους Barillas του Παστίτσιου
The post Ο Γέροντας Παστίτσιος, ο Καλικάντζαρος και η λογοκρισία των σύγχρονων Ιεροεξεταστών appeared first on Newpost.gr.