
Αυτό το γνωμικό του τίτλου, στο πετσί μου το έχω ζήσει.
Στα Τρίκαλα, όπου γεννήθηκα, στο σπίτι όπου γεννήθηκα για να είμαι πιο ακριβής, μιας και έσκασα μύτη στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς και του μπαμπά.
Με μαμή φυσικά, γιατί δεν ήταν καμιά τρελή η Κουλίτσα να πάει στο δημόσιο νοσοκομείο κι ας ήταν πενήντα μέτρα απ’ το καλύβι μας.
Στη δεκαετία του εξήντα τις απέφευγες κάτι τέτοιες ταρζανιές, γιατί οι μισοί απ’ όσους μπαίνανε εκεί πέρα βγαίνανε με τα πόδια μπροστά.
Δεν είχε ΕΣΥ τότε, έπρεπε να περάσουν σχεδόν δυο δεκαετίες για να βάλουν πλάτη και γινάτι ο Αντρέας, ο Γεννηματάς και ο Αυγερινός και να σώσουν δεκάδες χιλιάδες ζωές.
Μπορεί και εκατοντάδες χιλιάδες…
Αλλά λέγαμε για τη γειτονιά μας.
Κανονικά, λοιπόν, μας αποκαλούσαν “τα προσφυγικά”, λογικό και κατανοητό, μιας και τα χωράφια της περιοχής είχαν κοπεί σε προσφυγικά οικόπεδα, έτσι πήρε κι η γιαγιά μου η Μικρασιάτισσα και βρέθηκα εγώ να πρωτοβλέπω εκεί το φως του ήλιου.
Ο αδερφός μου, για να καταλάβετε, γεννήθηκε στη Δράμα.
Τέλος πάντων, μεγαλώνει ο ρεπόρτερ, μαθαίνει γράμματα, μαθαίνει ποδήλατο, κάποια στιγμή ακούει ότι εκτός από “προσφυγικά” μας αποκαλούν επίσης και “συνοικισμό Αλώνια”.
Τώρα δεν θυμάμαι αν το συγκεκριμένο παρατσούκλι περιλάμβανε και τα “γύφτικα” (δίπλα μας) μαζί με τα “εργατικά” (λίγο πιο πέρα), είχε την πλάκα του όμως και το χρησιμοποιούσα στις παρέες για να γελάμε όταν πριν από καμιά δεκαπενταριά έτη μετακόμισα στις “παρυφές Ανακτόρων”.
Ναι είχε πλάκα, ώσπου πλάκωσαν στο κάτω Παγκράτι ο κάθε πικραμένος με τον κάθε μεθυσμένο και τα μάζεψα και το ‘σκασα και βρήκα φιλόξενη αγκαλιά στο κουμμουνιστικό Χαλάνδρι…
Απ’ τ’ αλώνια στα σαλόνια εγώ, με δυο λόγια, απ’ τα σαλόνια στ’ αλώνια η βασιλική (my ass…) οικογένεια.
Πολύ “βασιλική”, τι να σας πω.
Ακόμη θυμούνται τα παλιά, πολύ παλιά κολεγιόπαιδα που πήγαιναν στο Λονδίνο να ραφτούνε και τους κόλλαγε από δίπλα ο “άναξ” για να παραγγείλει κι αυτός στο τζαμπέ μια ντουζίνα πουκάμισα, μην ανοίξω το στόμα μου τώρα, είναι μικρό χωριό η Αθήνα.
Μπήκαν, ωστόσο, κάποια στιγμή τα γκαφρά στην οικογένεια, λίγδωσε το αντεράκι (μη σηκώνεστε κυρία Καραβάτου, πληζ!), άνθισαν ξανά οι φιλοδοξίες των “εστεμμένων”.
Και φυσικά, πρώτοι το πήραν χαμπάρι τα γατόνια οι δημοσιογράφοι…
Εξ ου και τα απανωτά εξώφυλλα των κουτσομπολίστικων περιοδικών εδώ και κάτι χρονάκια με τον “βασιλιά” που θα δώσει εκατομμύρια και θα σώσει την Ελλάδα, τη “βασίλισσα” που θα πουλήσει τα κοσμήματά της και θα σώσει την Ελλάδα, το “διάδοχο” που θα τα βάλει με θεούς και δαίμονες για να σώσει την Ελλάδα, καταλαβαινόμαστε υποθέτω.
Επιεικώς αστεία και γραφικά τα ανωτέρω, το γνωρίζω, γι’ αυτό και τα τρολάρω διαρκώς και νομίζουν κάτι εξυπνοπούλια ότι κονομάω λίρες και χρυσαφικά ή έστω κάνα κομοδίνο, σαν εκείνα που τσούρνεψε νύχτα η φαμίλια απ’ το Τατόι.
Προχτές, όμως, δεν τον είδαμε τον Παύλο σε κάνα έντυπο παρφουμέ, τον είδαμε πρώτη μούρη στα κανάλια.
Στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου, να λέει την παρόλα του την πατριωτική, ποια στο δγιάλο σχέση έχουν οι Γλύξμπουργκ με την επανάσταση, τι να σας πω, δεν κατέχω.
Αυτά που γνωρίζω, είναι εκείνα που σας έγραψα τις προάλλες, ότι, δηλαδή, σύμφωνα με τις κρυφές δημοσκοπήσεις, κόμμα τύπου “βασιλικού” δεν έχει κανένα μέλλον στην Ελλάδα, ίσως να μην πιάνει καν το καταραμένο το τρίο τοις εκατό.
Οπότε μπήκε σε εφαρμογή το plan b…
Να προβάλλουμε, εν ολίγοις, τα κοκόπαιδα, με κάθε δυνατό τρόπο και να λάβουμε εις ανταπόδωσιν την εύνοιά τους, όταν έρθει η ώρα η κρίσιμη του παραβάν.
Θα με ρωτήσεις, τι ‘ναι ο κάβουρας, τι ‘ναι το ζουμί του;
Θα σου απαντήσω με κάτι που είχε γράψει ο μέγας Χάντερ Τόμπσον:
Στη λωρίδα τη γρήγορη, όπου σπιντάρεις δίχως φρένα, όλα του Θεού τα πλάσματα καλοδεχούμενα είναι!
ΚΑΙ ΟΝΟ ΟΝΟ ΗΤΟ…

