Meridiam: Πώς μπήκε η γαλλική «σφραγίδα» στον GSI – Το μεγάλο deal, οι ρόλοι και τα ανοιχτά ζητήματα

Newsroom
16 Min Read

Meridiam: Πώς μπήκε η γαλλική «σφραγίδα» στον GSI – Το μεγάλο deal, οι ρόλοι και τα ανοιχτά ζητήματα

Μια νέα σελίδα επιχειρείται να ανοίξει για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, καθώς η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector αλλάζει το μετοχικό, χρηματοδοτικό και γεωπολιτικό τοπίο γύρω από το πολύπαθο έργο.

Η συμφωνία υπογράφηκε την Τετάρτη 5 Αυγούστου στο Μέγαρο Μαξίμου, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με τη συμμετοχή της Meridiam, του ΑΔΜΗΕ και της επίσης γαλλικής Nexans. Παράλληλα με την αλλαγή στη μετοχική σύνθεση της GSI, υπεγράφη τριμερής στρατηγική συμφωνία για την επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών και την επιτάχυνση των τεχνικών εργασιών.

Η γαλλική είσοδος δεν εξαλείφει αυτομάτως τις εκκρεμότητες που έχουν κρατήσει το έργο σε στασιμότητα. Στέλνει, όμως, ένα ισχυρό μήνυμα ότι η Αθήνα δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την ηλεκτρική διασύνδεση υπό το βάρος των καθυστερήσεων, των χρηματοδοτικών αβεβαιοτήτων και των τουρκικών αντιδράσεων.

Τι ακριβώς υπογράφηκε στο Μέγαρο Μαξίμου

Η πρώτη συμφωνία αφορά την είσοδο της Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην Great Sea Interconnector, την εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει συσταθεί για την ανάπτυξη της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν δημοσιοποίησε το ακριβές τίμημα της συναλλαγής ούτε ολόκληρο το περιεχόμενο της συμφωνίας των μετόχων. Σύμφωνα, ωστόσο, με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Meridiam αποκτά το 66% της GSI, ενώ ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί το 34%, μαζί με δικαιώματα καταστατικής μειοψηφίας. Επισήμως έχει ανακοινωθεί μόνο ότι ο γαλλικός όμιλος αποκτά την πλειοψηφία.

Η δεύτερη συμφωνία υπογράφηκε μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans και αφορά τις θαλάσσιες έρευνες βυθού που απαιτούνται για να προχωρήσει η κατασκευή.

Οι έρευνες αυτές θα επιτρέψουν την ακριβέστερη χάραξη της διαδρομής του καλωδίου και την καταγραφή των γεωλογικών και γεωτεχνικών χαρακτηριστικών του πυθμένα. Τα δεδομένα που θα συγκεντρωθούν θα αποτελέσουν τη βάση για την τελική μελέτη εγκατάστασης και την ασφαλή πόντιση του καλωδίου σε μία από τις βαθύτερες θαλάσσιες διαδρομές που έχουν επιχειρηθεί διεθνώς.

Ποιος θα κάνει τι στο νέο σχήμα

Η Meridiam αποκτά τον μετοχικό έλεγχο της GSI και αναμένεται να συνεισφέρει κεφάλαια, πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση και εμπειρία στη διαχείριση σύνθετων έργων υποδομής.

Ο ΑΔΜΗΕ, παρά το γεγονός ότι περνά σε μειοψηφική μετοχική θέση, παραμένει στρατηγικός εταίρος και διατηρεί την τεχνική ηγεσία του έργου. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, θα είναι επίσης υπεύθυνος για τη λειτουργία της διασύνδεσης μετά την ολοκλήρωσή της.

Η συγκεκριμένη διάκριση είναι σημαντική. Η Meridiam θα έχει τον έλεγχο της εταιρείας που αναπτύσσει και χρηματοδοτεί το έργο, όμως ο ΑΔΜΗΕ θα συνεχίσει να έχει κεντρικό ρόλο στα τεχνικά θέματα, στην ένταξη της διασύνδεσης στα ηλεκτρικά συστήματα και στη μελλοντική λειτουργία της.

Η Nexans παραμένει η εταιρεία που έχει αναλάβει την κατασκευή και την πόντιση του καλωδίου. Το αρχικό συμβόλαιο για το τμήμα Ελλάδας–Κύπρου έχει αξία 1,43 δισ. ευρώ και προβλέπει την κατασκευή καλωδιακού συστήματος υψηλής τάσης συνεχούς ρεύματος, μήκους περίπου 900 χιλιομέτρων, το οποίο θα τοποθετηθεί σε βάθη που ξεπερνούν τα 3.000 μέτρα.

Η Meridiam αποκτά το 66% – Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στο 34%

Με βάση το ποσοστό 66% που μεταδίδεται από ελληνικά και κυπριακά μέσα ενημέρωσης, η Meridiam αποκτά την καθαρή μετοχική πλειοψηφία στην εταιρεία GSI, ενώ το 34% παραμένει στον ΑΔΜΗΕ.

Το ποσοστό του ΑΔΜΗΕ δεν είναι τυχαίο, καθώς του επιτρέπει να διαθέτει ισχυρά δικαιώματα μειοψηφίας σε κρίσιμες εταιρικές αποφάσεις. Οι λεπτομέρειες για τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, τις αποφάσεις που θα απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία και τους όρους εισόδου νέων επενδυτών δεν έχουν ακόμη παρουσιαστεί επισήμως στο σύνολό τους.

Ανοιχτό παραμένει και το ερώτημα πώς θα διαμορφωθεί η μετοχική σύνθεση, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία αποφασίσει τελικά να συμμετάσχει στο επενδυτικό όχημα. Θα πρέπει τότε να διευκρινιστεί αν οι μετοχές θα παραχωρηθούν αναλογικά από τη Meridiam και τον ΑΔΜΗΕ, ποιο ποσοστό θα αποκτήσει η Λευκωσία και αν ο γαλλικός όμιλος θα διατηρήσει τον πλειοψηφικό έλεγχο.

Το γαλλικό παρασκήνιο της συμφωνίας

Η είσοδος της Meridiam δεν προέκυψε ξαφνικά. Οι επαφές με τον ΑΔΜΗΕ είχαν αρχίσει αρκετό καιρό νωρίτερα, αρχικά με αντικείμενο την απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής. Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν μετά την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα τον Απρίλιο.

Στην επιχειρηματική αποστολή που συνόδευε τον Γάλλο πρόεδρο συμμετείχε και ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Meridiam, Τιερί Ντο. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου επιβεβαίωσε κατά την τελετή των υπογραφών ότι, μετά την επίσκεψη Μακρόν, ακολούθησαν συναντήσεις με τον επικεφαλής του γαλλικού ομίλου και οι εταιρείες κατέληξαν στη συμφωνία «σε χρόνο ρεκόρ».

Ο ίδιος ο Τιερί Ντο ανέφερε ότι το έργο έχει μεγάλη στρατηγική σημασία για την Ευρώπη και συνδέεται με τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Γαλλίας. Δήλωσε, μάλιστα, ότι ο Εμανουέλ Μακρόν υποστηρίζει θερμά το εγχείρημα.

Η παρουσία δύο ισχυρών γαλλικών εταιρειών, της Meridiam στη χρηματοδότηση και ανάπτυξη και της Nexans στην κατασκευή του καλωδίου, προσδίδει πλέον ξεκάθαρη γαλλική σφραγίδα στην ηλεκτρική διασύνδεση.

Η γεωπολιτική σημασία της γαλλικής εμπλοκής

Η συμφωνία δεν αποτελεί μόνο μια επιχειρηματική συναλλαγή. Έχει σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα, καθώς το έργο βρίσκεται εδώ και καιρό αντιμέτωπο με τις αντιδράσεις της Τουρκίας στις θαλάσσιες έρευνες και στην πόντιση του καλωδίου.

Με την είσοδο της Meridiam, το καλώδιο παύει να εμφανίζεται ως ένα έργο που αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, την Κύπρο και, σε δεύτερη φάση, το Ισραήλ. Αποκτά έναν ισχυρό διεθνή ιδιώτη επενδυτή, άμεσα συνδεδεμένο με το γαλλικό επιχειρηματικό και χρηματοδοτικό οικοσύστημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Γαλλία αναλαμβάνει τυπικά εγγύηση για την εκτέλεση του έργου ή ότι εξαλείφονται οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι. Σημαίνει, όμως, ότι ενδεχόμενη νέα παρεμπόδιση των εργασιών δεν θα αφορά μόνο τις κυβερνήσεις της Αθήνας και της Λευκωσίας, αλλά και γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα, ένα ευρωπαϊκό έργο κοινού ενδιαφέροντος και έναν διεθνή επενδυτή με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα.

Ο εκπρόσωπος της Nexans έκανε λόγο για τη συμβολή της γαλλικής «Team France», υπογραμμίζοντας ότι οι δύο γαλλικές εταιρείες μπορούν να προσφέρουν χρηματοδότηση, εμπειρία και τεχνολογία.

Γιατί η Meridiam αποτελεί κρίσιμο επενδυτή

Η Meridiam ιδρύθηκε το 2005 και ειδικεύεται στην ανάπτυξη, χρηματοδότηση και μακροχρόνια διαχείριση μεγάλων έργων υποδομής.

Ο Τιερί Ντο ανέφερε στο Μέγαρο Μαξίμου ότι ο όμιλος διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 25 δισ. ευρώ. Παράλληλα, περισσότερα από 100 δισ. ευρώ έχουν κινητοποιηθεί συνολικά για τα έργα που περιλαμβάνονται στο διεθνές χαρτοφυλάκιό του.

Η πιο άμεσα συγκρίσιμη επένδυσή του με τον GSI είναι το NeuConnect, η πρώτη απευθείας ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Γερμανίας. Πρόκειται για υποθαλάσσιο καλώδιο μήκους 725 χιλιομέτρων και ισχύος 1,4 GW, συνολικής επένδυσης 2,8 δισ. ευρώ. Η Meridiam είναι ο βασικός φορέας ανάπτυξης του έργου, το οποίο χρηματοδοτείται ιδιωτικά με τη συμμετοχή περισσότερων από 20 τραπεζών και διεθνών χρηματοδοτικών οργανισμών.

Στο χαρτοφυλάκιο της Meridiam περιλαμβάνονται επίσης:

  • Η σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας Tours–Bordeaux στη Γαλλία.
  • Η κοινοπραξία που απέκτησε τη Suez το 2022.
  • Η παραχώρηση του αεροδρομίου της Σόφιας.
  • Το δίκτυο τραμ της Φλωρεντίας.
  • Το Ερευνητικό Κέντρο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Μόντρεαλ.
  • Το μεγάλο έργο αφαλάτωσης και μεταφοράς νερού από την Άκαμπα προς το Αμμάν, με σύμβαση παραχώρησης 30 ετών και εκατοντάδες χιλιόμετρα αγωγών.

Η εμπειρία αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς ο GSI δεν χρειάζεται μόνο έναν επενδυτή που θα τοποθετήσει κεφάλαια, αλλά έναν φορέα ικανό να οργανώσει σύνθετη τραπεζική χρηματοδότηση, να κατανείμει τους κινδύνους και να συντονίσει διαφορετικές κυβερνήσεις, ρυθμιστικές Αρχές, τεχνικούς αναδόχους και ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Τι είναι το Great Sea Interconnector

Το Great Sea Interconnector είναι το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και, σε επόμενη φάση, Ισραήλ.

Το υπό κατασκευή τμήμα Κρήτης–Κύπρου έχει μήκος περίπου 898 χιλιόμετρα και προβλέπεται να διαθέτει αρχική ισχύ 1.000 MW, με δυνατότητα επέκτασης στα 2.000 MW. Το καλώδιο θα είναι τεχνολογίας HVDC, δηλαδή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με συνεχές ρεύμα υψηλής τάσης.

Η διασύνδεση χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πλέον απαιτητικά τεχνικά έργα διεθνώς, λόγω του μεγάλου μήκους και του βάθους εγκατάστασης που σε ορισμένα σημεία θα ξεπερνά τα 3.000 μέτρα.

Το έργο έχει ενταχθεί επανειλημμένα στον κατάλογο των ευρωπαϊκών Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος και έχει εξασφαλίσει επιχορήγηση 657 εκατ. ευρώ από τον μηχανισμό Connecting Europe Facility. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έχει συμπεριλάβει και στις ενεργειακές λεωφόρους που θεωρούνται κρίσιμες για την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος.

Τι κερδίζει η Κύπρος από το καλώδιο

Η Κύπρος παραμένει το μοναδικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα. Η ολοκλήρωση του GSI θα επιτρέψει την εισαγωγή και εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θα ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού και θα διευκολύνει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Όταν υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής από φωτοβολταϊκά, η ενέργεια θα μπορεί να εξάγεται αντί να απορρίπτεται. Αντίστοιχα, σε περιόδους αυξημένης ζήτησης ή μειωμένης εγχώριας παραγωγής, η Κύπρος θα μπορεί να εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα από το ευρωπαϊκό δίκτυο.

Δεν θεωρείται, ωστόσο, αυτόματο ότι η διασύνδεση θα οδηγήσει από μόνη της σε χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το τελικό κόστος κατασκευής, τις χρεώσεις χρήσης του καλωδίου, τη ρύθμιση της αγοράς και τον τρόπο με τον οποίο θα κατανεμηθεί το επενδυτικό κόστος μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Ο Κύπριος υπουργός Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός έχει επισημάνει ότι το έργο ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά έχει ταυτόχρονα θέσει ερωτήματα για τον οικονομικό αντίκτυπο στους Κύπριους καταναλωτές σε περίπτωση μεγάλης αύξησης του προϋπολογισμού.

Τι γνώριζε η Λευκωσία

Η εξέλιξη προκάλεσε έντονη συζήτηση στην Κύπρο, καθώς η συμφωνία υπογράφηκε στην Αθήνα χωρίς να υπάρξει ταυτόχρονα αναλυτική παρουσίαση από την κυπριακή κυβέρνηση. Σύμφωνα με την εφημερίδα Φιλελεύθερος ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης είχε προαναγγείλει σε συνέντευξή του ότι εντός της εβδομάδας αναμενόταν σημαντική εξέλιξη για το καλώδιο, γεγονός που δείχνει ότι η κυπριακή προεδρία γνώριζε τουλάχιστον τη γενική κατεύθυνση των διαπραγματεύσεων. Δεν έχει, όμως, διευκρινιστεί δημοσίως αν η Λευκωσία είχε ενημερωθεί για όλους τους όρους της συμφωνίας, το ακριβές ποσοστό της Meridiam, την αποτίμηση της GSI και τη νέα κατανομή αρμοδιοτήτων.

Τα ερωτήματα για τη ΡΑΕΚ και τις παλιές δεσμεύσεις

Η αλλαγή ελέγχου της GSI δημιουργεί σειρά ρυθμιστικών και νομικών ερωτημάτων που θα πρέπει να απαντηθούν.

Μεταξύ άλλων, πρέπει να διευκρινιστεί αν απαιτείται έγκριση ή νέα απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου για την αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης και του ελέγχου της εταιρείας.

Παράλληλα, μένει να αποσαφηνιστεί αν η Meridiam αποδέχεται στο σύνολό τους όλες τις προηγούμενες δεσμεύσεις του ΑΔΜΗΕ απέναντι στις ρυθμιστικές Αρχές, τα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα, το κόστος του έργου και το μοντέλο ανάκτησης της επένδυσης.

Ανοιχτό είναι και το ζήτημα του συμβολαίου με τη Nexans. Η γαλλική εταιρεία είχε γνωστοποιήσει στις αρχές του 2026 ότι βρισκόταν σε διαδικασία αναπροσαρμογής του χρονοδιαγράμματος με τον πελάτη της, διευκρινίζοντας ότι το έργο εξακολουθεί να εκτελείται, αλλά η ημερομηνία παράδοσης θα επηρεαστεί.

Συνεπώς, το αρχικό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης έως το 2029 δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο χωρίς νέα επίσημη και αναλυτική ενημέρωση.

Η χρηματοδότηση και ο ρόλος της ΕΤΕπ

Η είσοδος της Meridiam ενισχύει την κεφαλαιακή βάση της GSI και επιτρέπει καλύτερη κατανομή των οικονομικών και κατασκευαστικών κινδύνων μεταξύ των μετόχων.

Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η εξασφάλιση μακροπρόθεσμης τραπεζικής χρηματοδότησης. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων εξετάζει τη συμμετοχή της, χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι στιγμής οριστική συμφωνία χρηματοδότησης του GSI.

Η εμπειρία της Meridiam από το NeuConnect, όπου η χρηματοδότηση οργανώθηκε με τη συμμετοχή διεθνών τραπεζών, της ΕΤΕπ και άλλων θεσμικών επενδυτών, αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία που οδήγησαν την Αθήνα και τον ΑΔΜΗΕ στην επιλογή του γαλλικού ομίλου.

Η συμφωνία δεν σημαίνει ότι έχουν εξασφαλιστεί αυτομάτως όλα τα απαιτούμενα κεφάλαια. Δημιουργεί, όμως, ένα σαφώς ισχυρότερο σχήμα για την προσέλκυση τραπεζών και επενδυτών.

Οι έρευνες βυθού το πρώτο μεγάλο τεστ

Η πραγματική αξία της συμφωνίας θα φανεί στο πεδίο και όχι μόνο στις υπογραφές.

Πρώτη προτεραιότητα είναι η επανέναρξη και ολοκλήρωση των ερευνών βυθού. Χωρίς αυτές δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί η διαδρομή του καλωδίου ούτε να ξεκινήσει η πλήρης φάση πόντισης.

Οι έρευνες είναι ταυτόχρονα το πρώτο γεωπολιτικό τεστ για τη νέα κοινοπραξία. Κατά την προηγούμενη προσπάθεια, η Τουρκία είχε αντιδράσει στην παρουσία των ερευνητικών πλοίων, με αποτέλεσμα οι εργασίες να διακοπούν και το έργο να περιέλθει σε παρατεταμένη αβεβαιότητα.

Η παρουσία της Meridiam και της Nexans αυξάνει τη διεθνή και ευρωπαϊκή διάσταση του εγχειρήματος. Δεν καταργεί, όμως, την ανάγκη για διπλωματική προετοιμασία, συντονισμό με τη Λευκωσία και σαφή σχέδια για την ασφάλεια των ερευνητικών και κατασκευαστικών εργασιών.

Νέα αρχή, αλλά όχι ακόμη οριστική λύση

Η είσοδος της Meridiam αποτελεί τη σημαντικότερη θετική εξέλιξη για τον GSI έπειτα από μήνες αβεβαιότητας. Το έργο αποκτά έναν πλειοψηφικό μέτοχο με κεφαλαιακή ισχύ, διεθνή εμπειρία και πρόσβαση σε θεσμική χρηματοδότηση.

Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στο κέντρο της τεχνικής υλοποίησης, ενώ η Nexans επαναβεβαιώνει την παρουσία της και συμμετέχει στη συμφωνία για τις θαλάσσιες έρευνες.

Ωστόσο, οι υπογραφές στο Μέγαρο Μαξίμου δεν ισοδυναμούν ακόμη με πλήρη επανεκκίνηση της κατασκευής. Για να περάσει το έργο στην επόμενη φάση πρέπει να ολοκληρωθούν οι έρευνες βυθού, να διευθετηθούν οι ρυθμιστικές εκκρεμότητες, να οριστικοποιηθεί η χρηματοδότηση, να συμφωνηθεί το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα και να αντιμετωπιστούν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι.

Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου έχει πλέον γαλλικό κεφάλαιο, γαλλική τεχνολογία και ισχυρότερη ευρωπαϊκή ταυτότητα. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτή η νέα συμμαχία μπορεί να μετατρέψει ένα έργο που παρέμενε εγκλωβισμένο στις πολιτικές και οικονομικές εκκρεμότητες σε πραγματική ενεργειακή υποδομή στον πυθμένα της Ανατολικής Μεσογείου.

Share This Article