
Η σκηνή στη Βουλή είχε ενδιαφέρον όχι μόνο για την ένταση, αλλά γιατί αποκάλυψε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: τη μόνιμη δυσκολία κυβερνητικών στελεχών να εξηγήσουν γιατί άλλα έλεγαν ως αντιπολίτευση και άλλα εφαρμόζουν όταν βρεθούν στην εξουσία.
Ο Παύλος Πολάκης επέλεξε να στριμώξει τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη ακριβώς σε αυτό το σημείο. Όχι θεωρητικά, αλλά με το ίδιο του το παρελθόν. Με εκείνη την ανάρτηση του 2019, όταν η βενζίνη ήταν στο 1,45 ευρώ και ο σημερινός υπουργός κατήγγελλε ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που πληρώνει ο πολίτης πηγαίνει σε φόρους. Τότε, η Νέα Δημοκρατία επένδυε πολιτικά στην οργή της κοινωνίας για την ακρίβεια στα καύσιμα. Σήμερα, με τη βενζίνη πάνω από τα 2 ευρώ, η ίδια κυβέρνηση όχι μόνο δεν μειώνει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, αλλά εμφανίζεται και έτοιμη να δώσει μαθήματα αριθμητικής σε όσους θυμίζουν τι έλεγε η ίδια.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής αμηχανίας του Κυρανάκη. Επιχείρησε να απαντήσει λέγοντας ότι δεν έχει αλλάξει άποψη. Μόνο που αυτό δεν τον σώζει πολιτικά· αντιθέτως τον εκθέτει ακόμα περισσότερο. Γιατί αν πράγματι εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης πρέπει να μειωθεί, τότε βρίσκεται εκτός κυβερνητικής γραμμής. Αν πάλι έχει αποδεχθεί την επιλογή της κυβέρνησης να μην τον μειώσει, τότε προφανώς έχει αλλάξει άποψη, όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχθεί. Και στις δύο περιπτώσεις, η εικόνα δεν είναι καλή.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι επέλεξε να μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική στην αριθμητική. Αντί να εξηγήσει γιατί η κυβέρνηση επιμένει να κρατά αμετάβλητο έναν τόσο βαρύ φόρο σε μια περίοδο ασφυκτικής ακρίβειας, άρχισε να μιλά για ποσοστά, αποδείξεις και «μαθηματικά Λυκείου». Πρόκειται για την κλασική μέθοδο πολιτικής διαφυγής: όταν δεν μπορείς να απαντήσεις επί της ουσίας, αλλάζεις το πεδίο της συζήτησης. Όμως ο πολίτης δεν ζει με ποσοστά. Ζει με το τελικό ποσό που πληρώνει στην αντλία.
Και εκεί καταρρέει όλη η επιχειρηματολογία. Διότι μπορεί ο Κυρανάκης να λέει ότι το 2019 οι φόροι αντιστοιχούσαν στο 67% της τιμής και σήμερα στο 55% ή 56%, όμως αυτό δεν ανακουφίζει κανέναν. Η κοινωνία δεν βάζει ποσοστά στο ρεζερβουάρ. Βάζει ευρώ. Και σήμερα πληρώνει περισσότερα. Πολύ περισσότερα. Άρα η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από λογιστικά τεχνάσματα όταν το αποτέλεσμα στην καθημερινότητα είναι ότι το κόστος μετακίνησης παραμένει δυσβάσταχτο.
Με άλλα λόγια, ο Κυρανάκης προσπάθησε να πει ότι, επειδή η αναλογία φόρων επί της τελικής τιμής είναι μικρότερη, άρα η εικόνα είναι καλύτερη. Αυτό όμως είναι πολιτικά αστείο. Γιατί όταν η συνολική τιμή έχει εκτοξευθεί, η συζήτηση δεν είναι αν το ποσοστό του φόρου επί της τελικής τιμής μειώθηκε, αλλά γιατί η κυβέρνηση δεν αγγίζει ένα τόσο κρίσιμο φορολογικό εργαλείο για να δώσει πραγματική ανάσα. Και εκεί ο σημερινός υπουργός συγκρούεται με τον παλιό αντιπολιτευτή εαυτό του.
Η ατάκα για τα «μαθηματικά» μάλλον γύρισε μπούμερανγκ. Γιατί τελικά δεν ήταν ο Πολάκης που έδειξε αδυναμία στους υπολογισμούς. Ήταν ο Κυρανάκης που μπέρδεψε τα μαθηματικά της αντλίας με τα μαθηματικά της προπαγάνδας. Άλλο το ποσοστό και άλλο η πραγματική επιβάρυνση. Άλλο η αριθμητική παρουσίαση και άλλο η πολιτική αλήθεια. Και η πολιτική αλήθεια είναι πως η Νέα Δημοκρατία, όταν ήταν απέναντι, ζητούσε αυτό που τώρα δεν τολμά να εφαρμόσει.
Γι’ αυτό και η παρέμβαση του Νίκου Παππά περί «νεόκοπων μαθηματικών» δεν ήταν απλώς ένα κομματικό σχόλιο. Ήταν εύστοχη περιγραφή της κυβερνητικής προσπάθειας να βαφτίσει τη σταθερή φορολογική επιβάρυνση περίπου ως… βελτίωση. Ακόμα πιο αμήχανο για το κυβερνητικό στρατόπεδο ήταν το σχόλιο από την πλευρά της Ελληνικής Λύσης, ότι ο Κυρανάκης μοιάζει να βρίσκεται εκτός γραμμής, ακριβώς επειδή επιμένει ρητορικά στη μείωση του ΕΦΚ.
Στο τέλος της ημέρας, το πρόβλημα για τον Κυρανάκη δεν είναι ο Πολάκης, ούτε οι ειρωνείες, ούτε οι βαθμοί του Λυκείου. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει καταγεγραμμένη η παλιά του θέση και υπάρχει μπροστά στα μάτια όλων η σημερινή κυβερνητική πράξη. Και ανάμεσα στα δύο υπάρχει ένα τεράστιο πολιτικό κενό, που δεν γεφυρώνεται ούτε με εξυπνάδες ούτε με αποδείξεις από πρατήρια.
Γιατί στην πολιτική, το πιο σκληρό μάθημα δεν είναι η διαίρεση και τα ποσοστά. Είναι η συνέπεια. Και εκεί ο Κυρανάκης έμεινε μετεξεταστέος.
Φάμελλος σε ρόλο… ντεκόρ του Τσίπρα λέει «όχι» στον Ανδρουλάκη
Αν υπήρχε βραβείο για τη λέξη που έχει καταπονηθεί περισσότερο το τελευταίο διάστημα, αυτό θα πήγαινε χωρίς δεύτερη σκέψη στη «συνεννόηση». Και βασικός υπεύθυνος αυτής της φθοράς είναι ο Σωκράτης Φάμελλος.
Διότι εδώ και μήνες ακούμε για «ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου», για «ανάγκη διαλόγου», για «ιστορική ευθύνη». Μόνο που όταν έρχεται η ώρα της πράξης, το αφήγημα καταρρέει με έναν απλό τρόπο: αποφεύγεται η ίδια η συνάντηση.
Η επιστολή προς τον Νίκο Ανδρουλάκη είναι αποκαλυπτική. Ο Φάμελλος λέει «όχι» σε έναν διάλογο στο πλαίσιο του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για εσωκομματική διαδικασία. Την ίδια στιγμή, όμως, δηλώνει πρόθυμος για… μελλοντικό διάλογο, σε «άλλο δημόσιο επίπεδο». Με απλά λόγια: όχι τώρα, όχι εδώ, ίσως κάποτε, κάπου αλλού. Δηλαδή, «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε».
Το ερώτημα είναι απλό: αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι σε ένα πολιτικά φορτισμένο γεγονός, όπως ένα Συνέδριο, τότε πού ακριβώς θα γίνει αυτή η πολυδιαφημισμένη συνεννόηση; Ή μήπως δεν πρόκειται να γίνει ποτέ;
Η πραγματικότητα είναι πιο κυνική από τη ρητορική. Ο Φάμελλος δεν λειτουργεί ως αυτόνομος πολιτικός παίκτης. Μετά την εσωκομματική αντιδημοκρατική ανατροπή και την απομάκρυνση του Στέφανου Κασσελάκη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει σαφές κέντρο βάρους. Και αυτό δεν βρίσκεται στην Κουμουνδούρου, αλλά στη σκιά του Αλέξη Τσίπρα.
Και εκεί εξηγούνται όλα.
Γιατί ο Τσίπρας δεν βιάζεται για καμία συνεννόηση. Το αντίθετο. Το πολιτικό του σχέδιο, όπως φαίνεται να διαμορφώνεται, περνά μέσα από την αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ και προσωπικά του Νίκου Ανδρουλάκη. Όχι μέσα από μια ισότιμη συνεργασία. Η τακτική είναι γνωστή: πρώτα αφήνεις τον άλλο να ολοκληρώσει τις εσωκομματικές του διαδικασίες, μετά τον κρίνεις, τον αμφισβητείς και επιχειρείς να εμφανιστείς ως η μόνη αξιόπιστη λύση για τον χώρο.
Κάπως έτσι, η «συνεννόηση» μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης και όχι σε πραγματική πολιτική πρόθεση.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Φάμελλος παίζει τον ρόλο του διαμεσολαβητή χωρίς εξουσία. Λέει ότι θέλει διάλογο, αλλά δεν τον κάνει. Αποδέχεται προσκλήσεις, αλλά μόνο για χαιρετισμούς. Μιλά για ενότητα, αλλά αποφεύγει την ουσία της. Είναι η πολιτική εκδοχή του «να τα πούμε, αλλά όχι τώρα».
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η αντίφαση: από τη μία ο ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσει ότι η ενότητα του προοδευτικού χώρου είναι «βασική πολιτική αναγκαιότητα» και από την άλλη απορρίπτει την πρώτη σοβαρή ευκαιρία δημόσιου διαλόγου. Όχι επειδή διαφωνεί στο περιεχόμενο, αλλά επειδή… δεν βολεύει το timing.
Στην πολιτική, όμως, το timing δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι στρατηγική επιλογή.
Και εδώ η επιλογή είναι καθαρή: καθυστέρηση, αποφυγή και αναμονή. Μέχρι να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια νέα ηγεμονία στον χώρο, με τον Τσίπρα σε ρόλο «εγγυητή» και πρόσωπα όπως ο Χάρης Δούκας να αξιοποιούνται ως γέφυρες.
Μέχρι τότε, ο Φάμελλος θα συνεχίσει να μιλά για διάλογο που δεν γίνεται και για συνεννόηση που διαρκώς μετατίθεται.
Γιατί τελικά, η πιο ειλικρινής φράση της επιστολής του δεν είναι αυτή που γράφτηκε. Είναι αυτή που δεν ειπώθηκε:
«Δεν είναι η ώρα».
Πλεύρης σε γραμμή… 1949: Όταν… ψάχνει ψήφους, ξαναγράφει την Ιστορία
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν κάνει απλώς κύκλους· κάνει επικίνδυνα άλματα προς τα πίσω. Η τοποθέτηση του Θάνου Πλεύρη στο Κιλκίς δεν ήταν μια «σκληρή δεξιά» παρέμβαση. Ήταν ένα καθαρό σήμα επιστροφής σε μια ρητορική που η χώρα πλήρωσε ακριβά.
Το, «δεν πρέπει ούτε να σεβόμαστε ούτε να τιμούμε τους αγώνες της Αριστεράς. Οι αγώνες της Αριστεράς ήταν πάντοτε σε βάρος του έθνους, ήταν αντίθετες με το καλό της πατρίδας» δεν είναι απλώς μια πολιτική θέση. Είναι μια συνειδητή επιλογή να ανοίξεις ξανά φακέλους που η Μεταπολίτευση έκλεισε για να μπορεί η κοινωνία να συνυπάρχει χωρίς εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Και μάλιστα, όχι σε κάποιο ακαδημαϊκό debate, αλλά σε κομματικό ακροατήριο που ζητά ένταση και όχι ιστορική ακρίβεια.
Η ειρωνεία; Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για «θεσμική σοβαρότητα» και «πολιτική σταθερότητα», υπουργοί της επενδύουν σε διχαστικά αντανακλαστικά. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τις εποχές που η πολιτική ταυτότητα κρινόταν με πιστοποιητικά φρονημάτων.
Στο παρασκήνιο, όμως, η εξίσωση είναι πιο απλή: όταν η καθημερινότητα πιέζει –ακρίβεια, καύσιμα, ανασφάλεια– κάποιοι επιλέγουν την πιο εύκολη διέξοδο. Να μεταφέρουν τη συζήτηση από το «τι κάνουμε σήμερα» στο «ποιοι ήταν οι κακοί χθες».
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η τακτική δεν παράγει πολιτική. Παράγει ένταση. Και η ένταση, ειδικά σε μια κοινωνία κουρασμένη, δεν ελέγχεται εύκολα.
Κάπως έτσι, η Ιστορία δεν διδάσκεται. Επιστρατεύεται. Και αυτό είναι πάντα κακό σημάδι.

