
Ανεπανόρθωτα εκτεθειμένη θεωρεί την ελληνική κυβέρνηση ο επικεφαλής της ευρωομάδας του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης, μετά την απάντηση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Γεωργίας και Τροφίμων, Κριστόφ Χάνσεν για τη νέα διοικητική δομή του ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά την ένταξή του στην ΑΑΔΕ. Ο επίτροπος τοποθετήθηκε ύστερα από ερώτηση του ευρωβουλευτή για τη συμμετοχή στη νέα διοίκηση του Οργανισμού, υπαλλήλων που ελέγχονται και βρίσκονται μέσα στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το σκάνδαλο των παράνομων επιδοτήσεων.
Σύμφωνα με την απάντησή του, «η διαπίστευση του ελληνικού οργανισμού πληρωμών βρίσκεται επί του παρόντος υπό αναστολή», καθώς όπως υπογραμμίζει προκύπτουν ζητήματα συμμόρφωσης με τα σχετικά κριτήρια διαπίστευσης.
Όπως εξηγεί ο Γιάννης Μανιάτης, τα συγκεκριμένα κριτήρια διαπίστευσης, απορρέουν από την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και απαιτούν από τους εθνικούς οργανισμούς πληρωμών για την εφαρμογή της ΚΑΠ, να διαθέτουν «πρότυπα αξιολόγησης των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τον εντοπισμό και τη διαχείριση της απάτης και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ»
«Η κυβέρνηση επιδεικνύει συστηματική δυσανεξία τόσο στην απονομή δικαιοσύνης, όσο και στην εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ, παρά τις τεράστιες διαστάσεις του σκανδάλου που εκθέτει πανευρωπαϊκά τη χώρα μας», σχολίασε ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και σημείωσε: «Ο ελληνικός αγροτικός τομέας πρέπει επιτέλους να σταματήσει να αντιμετωπίζεται ως το “μαύρο πρόβατο” της Ευρώπης».
Η ερώτηση Μανιάτη και η απάντηση της Κομισιόν
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:
Σε συνέχεια των αποκαλύψεων σχετικά με το πρωτοφανές σκάνδαλο των παράνομων αγροτικών ενισχύσεων, η ελληνική κυβέρνηση, στα πλαίσια εξυγίανσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποφάσισε τη μεταφορά του οργανισμού και των υποδομών του στην εθνική Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).
Σύμφωνα με ελληνικά δημοσιεύματα, η νέα διοικητική δομή του ΟΠΕΚΕΠΕ, με την ευθύνη της ΑΑΔΕ, προχώρησε πρόσφατα στην τοποθέτηση, σε θέσεις ευθύνης του οργανισμού, υπαλλήλων που ελέγχονται και βρίσκονται μέσα στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) για το σκάνδαλο, η οποία έχει αποσταλεί και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Πιο συγκεκριμένα, για τους εν λόγω οκτώ διευθυντές και δεκαοκτώ τμηματάρχες του οργανισμού, δεν προκύπτει ότι προηγήθηκαν οι απαραίτητες πειθαρχικές ή δικαστικές διαδικασίες αποσαφήνισης των πιθανών ευθυνών τους, πριν από τη μεταφορά τους στο νέο οργανόγραμμα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ύστερα από σύγκριση των παλαιών και νέων θέσεών τους, προκύπτει ότι οι αρμοδιότητές τους είτε διατηρήθηκαν, είτε ακόμη και αυξήθηκαν.
Με βάση τα παραπάνω, και δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με δηλώσεις εκπροσώπου της, συνεργάζεται στενά με τις ελληνικές αρχές στο συγκεκριμένο ζήτημα, ερωτάται:
Είναι ενήμερη για τις συγκεκριμένες πρακτικές και, αν όχι, προτίθεται να ζητήσει διευκρινίσεις από τις ελληνικές αρχές ή να κινήσει διαδικασίες ελέγχου;
Πώς αξιολογεί τη συμβατότητα των ανωτέρω πρακτικών με τις αρχές χρηστής διοίκησης, διαφάνειας και προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης;
Η απάντηση του επιτρόπου Χάνσεν:
1. Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) στην οποία αναφέρεται ο κύριος βουλευτής βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και η EPPO δεν έχει λάβει ακόμη απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον αρμόδιου εθνικού ποινικού δικαστηρίου. Όπως ανέφερε η EPPO στο δελτίο Τύπου της 20ής Μαΐου 2025 σχετικά με την παρούσα έρευνα: «Όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τεκμαίρονται αθώα μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους στα αρμόδια ελληνικά δικαστήρια».
2. Το δίκαιο της ΕΕ απαιτεί από τους οργανισμούς πληρωμών να τηρούν συγκεκριμένα κριτήρια διαπίστευσηςγια την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Μεταξύ άλλων, ο οργανισμός πληρωμών πρέπει να τηρεί ειδικά πρότυπα για τους ανθρώπινους πόρους και πρότυπα αξιολόγησης των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τον εντοπισμό και τη διαχείριση της απάτης και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η διαπίστευση του ελληνικού οργανισμού πληρωμών βρίσκεται επί του παρόντος υπό αναστολή και η Επιτροπή εξετάζει ειδικότερα τα ζητήματα που σχετίζονται με τη συμμόρφωση με τα κριτήρια διαπίστευσης στο πλαίσιο του εν εξελίξει σχεδίου δράσης που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές.

