
Η απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026, από 880 ευρώ σήμερα αποδεικνύεται μια καθαρά πολιτική κίνηση με συγκεκριμένους αποδέκτες.
Η κυβέρνηση επιθυμεί να δείξει ότι, μέσα σε ένα περιβάλλον ακριβού κόστους ζωής, παραμένει σε επαφή με τα στρώματα που πιέζονται περισσότερο και ταυτόχρονα να ενισχύσει το αφήγημα ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών περνά σταδιακά και στο πορτοφόλι. Η ίδια η επίσημη γραμμή επιμένει ότι από το 2019 έως σήμερα ο κατώτατος έχει ανέβει από τα 650 στα 920 ευρώ, με σωρευτική αύξηση άνω του 41%, ενώ το μέτρο αφορά άμεσα περίπου 700.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.
Το μήνυμα προς τους χαμηλόμισθους
Το πρώτο και βασικό κοινό στο οποίο απευθύνεται η κίνηση είναι οι χαμηλόμισθοι του ιδιωτικού τομέα. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό βάρος της ακρίβειας. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το πιο ευάλωτο κομμάτι της αγοράς εργασίας δεν αξιολογεί την οικονομία με όρους επενδυτικής βαθμίδας ή ρυθμού ανάπτυξης, αλλά με όρους ενοικίου, λογαριασμών και σούπερ μάρκετ. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει να παρουσιάσει τη νέα αύξηση ως χειροπιαστή απάντηση στην καθημερινή φθορά, επιχειρώντας να ξαναχτίσει δεσμό με πολίτες που νιώθουν ότι η ανάπτυξη αργεί να φτάσει στη δική τους ζωή. Το γεγονός ότι η ανεργία κινείται πλέον σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα δίνει στο κυβερνητικό επιτελείο το περιθώριο να υποστηρίξει ότι η οικονομία αντέχει μια νέα αύξηση χωρίς να διακινδυνεύεται η απασχόληση.
Η στόχευση στους νέους εργαζόμενους
Η δεύτερη ομάδα που στοχεύεται είναι οι νέοι εργαζόμενοι. Πρόκειται για το ηλικιακό ακροατήριο που συναντά πιο συχνά χαμηλές αμοιβές, επισφαλείς όρους και πιο αργή πρόσβαση σε σταθερή επαγγελματική θέση. Σε αυτή τη δεξαμενή η κυβέρνηση επιδιώκει να στείλει μήνυμα άμεσης ενίσχυσης, γνωρίζοντας ότι οι νέοι έχουν απομακρυνθεί πολιτικά από τις κλασικές υποσχέσεις και περιμένουν μετρήσιμα αποτελέσματα. Η επιλογή να προβληθεί έντονα ο στόχος των 950 ευρώ έως το 2027 εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική, την ανάγκη δηλαδή να δοθεί προοπτική και όχι μόνο μια στιγμιαία παροχή.
Παύλος Μαρινάκης για την αύξηση στον κατώτατο μισθό: «Ο κόσμος θα δει σημαντική βελτίωση» (Βίντεο)
Οι γυναίκες στο πολιτικό κάδρο
Η τρίτη κατηγορία είναι οι γυναίκες εργαζόμενες. Και εδώ η πολιτική στόχευση είναι προφανής. Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα χαμηλές αμοιβές από τους άνδρες, ιδίως σε κλάδους υπηρεσιών και σε μορφές απασχόλησης με μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη. Σε μια ελληνική αγορά εργασίας όπου η μερική απασχόληση, οι υπηρεσίες και οι χαμηλότερες αφετηρίες μισθού παραμένουν ισχυροί παράγοντες ανισότητας, η αύξηση του κατώτατου λειτουργεί και ως έμμεσο μήνυμα προς ένα κοινό που έχει ισχυρή παρουσία σε κλάδους με χαμηλότερες αποδοχές. Η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι παρεμβαίνει εκεί όπου η μισθολογική πίεση συναντά και κοινωνική ευαλωτότητα.
Τουρισμός και εστίαση
Υπάρχει όμως και μια πιο στοχευμένη κοινωνική γεωγραφία πίσω από την απόφαση. Η αύξηση μιλά ειδικά στους εργαζόμενους σε τουρισμό, εστίαση, λιανεμπόριο και υπηρεσίες. Πρόκειται για τους κλάδους όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος των χαμηλόμισθων, ενώ στην ελληνική οικονομία έχουν πολύ μεγαλύτερο ειδικό βάρος από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η κυβερνητική παρέμβαση αγγίζει έτσι τμήματα της αγοράς εργασίας με μεγάλη συγκέντρωση νεότερων εργαζομένων, εποχικών θέσεων και αμοιβών κοντά στο κατώφλι. Άρα το μέτρο έχει σαφή στόχευση προς τη βάση της οικονομίας των υπηρεσιών, που απλώνεται από τα αστικά κέντρα έως τις τουριστικές περιοχές.
Το άνοιγμα στο ευρύτερο κοινωνικό ακροατήριο
Η τέταρτη ομάδα είναι το ευρύτερο χαμηλό και κατώτερο μεσαίο στρώμα που δεν αμείβεται κατ’ ανάγκη με τον κατώτατο, αλλά επηρεάζεται από το ντόμινο που δημιουργεί η αύξησή του. Στην επίσημη παρουσίαση τονίστηκε ότι ωφελούνται επίσης οι δημόσιοι υπάλληλοι με οριζόντια μικτή αύξηση 40 ευρώ, οι εργαζόμενοι που λαμβάνουν επιδόματα τριετιών, αλλά και μια σειρά από δικαιούχους παροχών, όπως όσοι συνδέονται με την τακτική επιδότηση ανεργίας, την ειδική παροχή μητρότητας και την άδεια γονέων. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση διευρύνει το πολιτικό αποτύπωμα της απόφασης. Δεν θέλει να περιοριστεί στο στενό όριο του κατώτατου μισθού, αλλά να εμφανιστεί ότι αγγίζει ένα πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό ακροατήριο.
Η ισορροπία με τις επιχειρήσεις
Από εκεί και πέρα, υπάρχει και το καθαρά εκλογικό μήνυμα. Το Μαξίμου επιχειρεί να δείξει ότι η οικονομική πολιτική του δεν εξαντλείται στους δείκτες, αλλά μετατρέπεται σε κινήσεις με πολιτική αναγνωρισιμότητα. Η αύξηση κατά 4,55% κινείται μέσα στο εύρος που εισηγήθηκαν οι σχετικές επιτροπές, στοιχείο που επιτρέπει στην κυβέρνηση να προβάλλει ταυτόχρονα δύο εικόνες. Από τη μία μιας διοίκησης που στηρίζει το εισόδημα. Από την άλλη μιας διαχείρισης που κινείται χωρίς να χάνει το μέτρο απέναντι στις αντοχές της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Αυτό έχει σημασία, επειδή η κυβέρνηση δεν θέλει να χάσει ούτε το φιλεργατικό ακροατήριο που αναζητά ανακούφιση, ούτε το πιο παραγωγικό ακροατήριο που φοβάται αιφνίδιες επιβαρύνσεις.

