Τον Μιχάλη Πρωτοψάλτη τον γνώρισα στο Φυσικό, αρχή της δεκαετίας του ογδόντα.
Αδύνατον ήταν να μην τον προσέξεις, μιλάμε για φυσιογνωμία και προσωπικότητα πολύ πέραν του μέσου όρου.
Τον γνώρισα και τον συμπάθησα απ’ την πρώτη μέρα, με γνώρισε και με συμπάθησε απ’ την πρώτη μέρα.
Πράγμα κάπως περίεργο, Αριστερός εγώ, Αναρχικός αυτός, θα περίμενε κανείς μπουνιές να παίζουμε.
Συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Ίσως γιατί κατάλαβε ότι όσα έλεγα τα εννοούσα, ίσως γιατί κατάλαβα ότι όσα έλεγε τα εννοούσε.
Και δεν ψαχνόμασταν απλώς κάπου να τρουπώσουμε, τύπου Βουτσάς…
Τον Μιχάλη τον χάσαμε πριν από εντεκάμιση χρόνια.
Τον χάσαμε πολύ νωρίς, γιατί όσο πρόσεχε τα βιβλία που εξέδιδε στο “Βιβλιοπέλαγος”, τόσο ξεχασμένη είχε την υγεία του.
Η πολιτική κηδεία του έγινε στο νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων, δεν μπορούσα να μην πάω.
‘Ημασταν εκεί παλιοί συμφοιτητές και παλιοί συναγωνιστές, αντάμα με πιτσιρικαρία που τον θαύμαζε και τον αγαπούσε.
Ο δικός μας άνθρωπος, ο αμνός ενός Θεού άναρχου κατά τας γραφάς.
Όταν ήρθε η ώρα να σηκωθεί το φέρετρο, πρόσεξα μια λεπτομέρεια:
Ήταν σκεπασμένο με τη μαυροκόκκινη σημαία!
Για να μην ξεχνιόμαστε ποτέ παιδιά, για να μην ξεχνιόμαστε ποτέ…
Η σημαία που κάλυπτε τη σωρό του Μιχάλη ήρθε πάλι στο νου μου αυτές τις μέρες, με αφορμή μια κλειδοθήκη.
Μια κλειδοθήκη Airbnb για την ακρίβεια, που τη συνάντησα σε μια από τις φωτογραφικές εξορμήσεις του ρεπόρτερ.
Για γκραφίτι, για αυτοκόλλητα, για παράδοξα των Αθηνών, όλα τα καλά χωράνε στην κάμερα.
Όπως περπατούσα, λοιπόν, σε κεντρική οδό του κλεινού άστεως, έπεσε το μάτι μου στην κλειδοθήκη.
Νταξ και τι έγινε, θα απορήσει τώρα ο παμπόνηρος της παρέας, Κολωνάκι, Εξάρχεια, Πλάκα, Κουκάκι, γεμάτα τέτοιες μαλακίες είναι, τι διαφορετικό είχε αυτή;
Είχε ότι κρεμόταν από θήκη στην οποία κάποιες άλλες εποχές έμπαινε το κοντάρι της σημαίας.
Της σημαίας της ελληνικής…
Κι εδώ, βέβαια, μπουκάρει στην κουβέντα ο άλλος ο γάτος, που αφήνει τον παμπόνηρο χιλιόμετρα πίσω, και ρωτάει με τη σειρά του:
Κουμάντο στον τοίχο του αλλουνού θα κάνεις εσύ ρε Ξανθάκη; Ό,τι γουστάρει θα κρεμάσει, δημοκρατία έχουμε!
Σωστό, δε λέω, μόνο που ο τοίχος δεν ανήκε σε διαμέρισμα ή μαγαζί ιδιώτη, αλλά σε δημόσια υπηρεσία.
Απ’ αυτές που τις κουλαντρίζει τώρα το Υπερταμείο, κάπως μπλέκει το στόρι εδώ, πλην όμως είχε κάποιο λόγο που βρισκόταν η θήκη στη συγκεκριμένη θέση:
Για να τιμά το ελληνικό δημόσιο την ελληνική σημαία στις πάσης φύσεως εθνικές εορτές και επετείους.
Θες να το κάνεις; Με γειά σου και χαρά σου!
Δεν θες να το κάνεις; Μπες στον κόπο να ξηλώσεις τη θήκη, για να αποφεύγουμε τα γελοία θεάματα…
Που θέλω να καταλήξω;
Θέλω να καταλήξω ότι σε όλες τις κουλτούρες και τις ιδεολογίες, η σημαία παίζει ρόλο καθοριστικό.
Από τις μάχες άλλων εποχών όπου αρκούσε να βάλεις στο χέρι το λάβαρο του αντιπάλου για να τελειώσει η σφαγή, ως τις μέρες μας όπου στολίζουν οι χρήστες τα προφίλ τους στα σόσιαλ με σημαιάκια ελληνικά, γαλλικά, ρώσικα, ουκρανικά, παλαιστινιακά, ισραηλινά και πάει λέγοντας.
Ενδέχεται και αμερικάνικα πλέον, τώρα που ο Τραμπ μεταμόρφωσε σε Κήπο της Εδέμ τη Μέση Ανατολή!
Πέρα από πλάκα, όμως.
Πέρα από πλάκα, δεν είναι ποτηρόπανα οι σημαίες και δεν είναι ασήμαντες υποσημειώσεις της ιστορίας και του συλλογικού υποσυνείδητου.
Είναι έκφραση πίστης σε κάτι ανώτερο από το καθημερινό ρέψιμο, είναι κατάθεση αγωνιστικού πνεύματος μακριά απ’ τη σαπίλα του καναπέ, είναι και μια υπόσχεση, αν θέλετε, ότι όταν έρθει η ώρα της θυσίας κανένας και καμιά δεν θα κάνει πίσω.
Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι, που λέγανε και κάτι μυστήριοι…
Υ.Γ.: Αναζητείστε, παρακαλώ, το βιβλίο “Όταν ο κόκορας λαλούσε στο σκοτάδι…”, από τις εκδόσεις “Βιβλιοπέλαγος”, σε επιμέλεια του Μιχάλη Πρωτοψάλτη. Θα σας εκπλήξει!
The post Και μια σημαία σ’ ένα μπαλκόνι, αλλάζει χρώματα και με σκοτώνει… appeared first on Newpost.gr.

