Η πολιτική μάχη του 2027: Ποιος θα χρεωθεί την επόμενη ημέρα – Η πραγματική κάλπη του Ταμείου Ανάκαμψης – Το «επικίνδυνο» ερώτημα για το Μαξίμου και την αντιπολίτευση

Newsroom
10 Min Read

Η πολιτική μάχη του 2027: Ποιος θα χρεωθεί την επόμενη ημέρα – Η πραγματική κάλπη του Ταμείου Ανάκαμψης – Το «επικίνδυνο» ερώτημα για το Μαξίμου και την αντιπολίτευση

Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι μόνο οικονομικό ορόσημο. Μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς λογαριασμούς της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το στοίχημα είναι σχεδόν υπαρξιακό ως προς το οικονομικό της αφήγημα. Από το 2019 και μετά επένδυσε πολιτικά στην εικόνα μιας χώρας που επανήλθε στην επενδυτική κανονικότητα, ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, μείωσε την ανεργία, περιόρισε το δημόσιο χρέος και προσέλκυσε ξένα κεφάλαια.

Και ένα σημαντικό μέρος αυτής της εικόνας βασίζεται σε πραγματικές επιδόσεις.

Όμως η κυβέρνηση θα βρεθεί πλέον αντιμέτωπη με ένα δυσκολότερο ερώτημα: πόσο από αυτή την πρόοδο είναι αυτοτροφοδοτούμενο και πόσο στηρίχθηκε στην ιστορική εισροή ευρωπαϊκών πόρων;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ήδη επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,6% το 2027, συνδέοντάς την μεταξύ άλλων με την ολοκλήρωση του RRF. Ο ΟΟΣΑ παραμένει περισσότερο αισιόδοξος, βλέποντας ανάπτυξη 2% το 2027, αλλά επίσης θεωρεί την ομαλή διοχέτευση των πόρων του Ταμείου κρίσιμη για τις επενδύσεις. Αυτή η διαφορά προβλέψεων έχει λιγότερη πολιτική σημασία από την κοινή τους παραδοχή: η επόμενη φάση θα είναι δυσκολότερη από την προηγούμενη.

Η κυβέρνηση θα ζητήσει να κριθεί για όσα άλλαξαν

Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ήδη ορατό. Το Μαξίμου  υποστηρίζει ότι η οικονομία έχει αποκτήσει ισχυρότερες βάσεις και ότι ακόμη και οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις μετά το τέλος του Ταμείου έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω. Σε κυβερνητικές εκτιμήσεις του τέλους του 2025, ο προβλεπόμενος ρυθμός ανάπτυξης του 2027 είχε αναθεωρηθεί από 1,5% σε 1,7%, με την κυβέρνηση να αποδίδει τη βελτίωση στις μεταρρυθμίσεις, στις δημόσιες επενδύσεις και στα μέτρα οικονομικής πολιτικής.

Η πολιτική γραμμή επομένως θα είναι περίπου η εξής: το Ταμείο δεν χρησιμοποιήθηκε για να συντηρήσει τεχνητά την οικονομία, αλλά για να δημιουργήσει υποδομές, να κινητοποιήσει ιδιωτικές επενδύσεις και να αυξήσει τη δυνητική ανάπτυξη.

  Εάν το 2027 και το 2028 η οικονομία συνεχίσει να αναπτύσσεται κοντά ή πάνω από το 2%, οι επενδύσεις παραμείνουν ισχυρές και η ανεργία συνεχίσει να υποχωρεί, η κυβέρνηση θα έχει ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα: ότι το RRF δεν ήταν προσωρινός οικονομικός ορός αλλά κεφάλαιο εκκίνησης μιας διαφορετικής οικονομίας. Εάν όμως συμβεί το αντίθετο, το ίδιο Ταμείο που σήμερα αποτελεί κυβερνητικό πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό μπούμερανγκ.

Το επικίνδυνο ερώτημα για το Μαξίμου

Γιατί τότε η αντιπολίτευση θα μπορεί να θέσει ένα απλό και πολιτικά αποτελεσματικό ερώτημα: «Είχατε σχεδόν 36 δισ. ευρώ έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων. Τι αλλάξατε πραγματικά;» Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο να απαντηθεί από μια συζήτηση για ποσοστά απορρόφησης. Το Μαξίμου δεν θα κριθεί μόνο για το αν πήρε τα χρήματα από τις Βρυξέλλες. Θα κριθεί για την κατανομή τους.

Πόσα κατευθύνθηκαν σε πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις;

Πόσο άνοιξε η χρηματοδότηση προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις;

Πόσο ενισχύθηκαν η έρευνα, η καινοτομία και η μεταποίηση;

Πόσο άλλαξε η καθημερινότητα στη Δικαιοσύνη, στην Υγεία και στη δημόσια διοίκηση;

Και τελικά: δημιουργήθηκε μια πιο ανταγωνιστική οικονομία ή ενισχύθηκαν κυρίως οι ήδη ισχυρότεροι παίκτες της;

Εδώ βρίσκεται η ευάλωτη πλευρά του κυβερνητικού αφηγήματος.

Γιατί όσο οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορούν να παρουσιάζονται θετικοί, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αξιολογεί την οικονομία με διαφορετικά κριτήρια: πραγματικούς μισθούς, κόστος στέγασης, τιμές τροφίμων, ενεργειακό κόστος και δυνατότητα αποταμίευσης.

Η κυβέρνηση μπορεί επομένως να βρεθεί μπροστά στο παράδοξο να παρουσιάζει μια οικονομία σαφώς βελτιωμένη στα χαρτιά, αλλά ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος να μην αισθάνεται ότι συμμετέχει στην ίδια επιτυχία.

Το δύσκολο ερώτημα για ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Τσίπρα

Η καταγγελία περί κακής κατανομής των πόρων μπορεί να παράγει πολιτική πίεση. Δεν αποτελεί όμως παραγωγικό μοντέλο. Εάν η αντιπολίτευση θέλει να μετατρέψει το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα, χρειάζεται να απαντήσει με συγκεκριμένους όρους:

 Ποιο ποσοστό των δημόσιων πόρων θα κατεύθυνε στη μεταποίηση;

Πώς θα αύξανε την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση χωρίς να δημιουργήσει νέο κύκλο μη εξυπηρετούμενων δανείων;

Πώς θα ενίσχυε την παραγωγικότητα και όχι απλώς την κατανάλωση;

Πώς θα χρηματοδοτούσε ισχυρότερο κοινωνικό κράτος χωρίς να επιστρέψει σε μόνιμα ελλείμματα;

Και κυρίως, ποια θα είναι η πηγή ανάπτυξης μετά το 2027;

Για το ΠΑΣΟΚ αυτό είναι ίσως ακόμη πιο κρίσιμο. Εάν θέλει να εμφανιστεί ως κυβερνητική εναλλακτική δύναμη, δεν μπορεί να αρκεστεί στην κριτική ότι η Νέα Δημοκρατία ευνόησε μεγάλες επιχειρήσεις ή ότι η ανάπτυξη δεν διαχύθηκε επαρκώς στην κοινωνία. Πρέπει να παρουσιάσει πειστικό μηχανισμό με τον οποίο υψηλότεροι μισθοί, παραγωγικές επενδύσεις, δημοσιονομική σταθερότητα και ισχυρότερο κοινωνικό κράτος μπορούν να συνυπάρξουν.

Αντίστοιχα, ο Αλέξης Τσίπρας και το νέο πολιτικό του εγχείρημα έχουν επιχειρήσει να επαναφέρουν στο προσκήνιο την έννοια της «συμπεριληπτικής ανάπτυξης», με έμφαση στην αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας και στην ενίσχυση γεωργίας και μεταποίησης.  Όμως και εδώ υπάρχει μια πολιτική παγίδα. Οι εκλογές του 2027 δεν θα γίνουν το 2015. Η σύγκρουση δεν μπορεί πλέον να είναι απλώς «λιτότητα εναντίον κοινωνικής πολιτικής». Θα είναι πολύ περισσότερο σύγκρουση για το ποιος μπορεί να διαχειριστεί μια οικονομία χωρίς έκτακτο ευρωπαϊκό χρήμα, με αυστηρότερους δημοσιονομικούς κανόνες και έναν διεθνή ανταγωνισμό πολύ πιο σκληρό από εκείνον της προηγούμενης δεκαετίας.

Η κυβέρνηση έχει το πλεονέκτημα, αλλά και όλο τον λογαριασμό

Υπάρχει επομένως μια ενδιαφέρουσα πολιτική ασυμμετρία. Η Νέα Δημοκρατία έχει το πλεονέκτημα της διαχείρισης. Αυτή μπορεί να δείξει συγκεκριμένα έργα, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτήθηκαν. Έχει όμως ταυτόχρονα και την αποκλειστική σχεδόν ευθύνη του αποτελέσματος.

Το Ταμείο Ανάκαμψης σχεδιάστηκε, αναθεωρήθηκε και υλοποιήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου επί δικής της διακυβέρνησης. Επομένως το 2027 δεν θα μπορεί να επικαλεστεί προηγούμενες κυβερνήσεις για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε. Αν το παραγωγικό μοντέλο έχει αλλάξει, θα πιστωθεί μεγάλο μέρος της επιτυχίας.

  Εάν όμως η οικονομία επιστρέψει σε χαμηλή ανάπτυξη, οι επενδύσεις υποχωρήσουν και αποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της σημερινής δυναμικής ήταν ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο, τότε η αντιπολίτευση θα διαθέτει ένα εξαιρετικά ισχυρό αφήγημα:  «Σας δόθηκε η μεγαλύτερη αναπτυξιακή ευκαιρία της Μεταπολίτευσης και δεν καταφέρατε να αλλάξετε τη χώρα».

Η αντιπολίτευση όμως δεν μπορεί να περιμένει απλώς την αποτυχία Εδώ βρίσκεται και η δική της αδυναμία. Δεν αρκεί να περιμένεις να τελειώσει το Ταμείο για να αποδειχθεί ότι ο αντίπαλός σου έκανε λάθη. Για να διεκδικήσεις διακυβέρνηση πρέπει να εξηγήσεις τι έρχεται μετά. Και μέχρι στιγμής η αντιπολιτευτική συζήτηση περιστρέφεται πολύ περισσότερο γύρω από την κατανομή του υφιστάμενου πλούτου παρά γύρω από τη δημιουργία νέου.

Η ακρίβεια, οι μισθοί, η φορολογία, η στέγη και οι ανισότητες είναι πραγματικά προβλήματα. Αλλά χωρίς αύξηση παραγωγικότητας και επενδύσεων, η αναδιανομή ενός περιορισμένου εθνικού εισοδήματος έχει γρήγορα όρια.

Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο πολιτικό κενό σήμερα.Η κυβέρνηση μιλά για επενδύσεις αλλά δυσκολεύεται να πείσει ότι η ανάπτυξη διαχέεται.

Η αντιπολίτευση μιλά για δικαιότερη διανομή αλλά ακόμη δεν έχει πείσει ότι διαθέτει ισχυρότερο μηχανισμό παραγωγής του πλούτου που θέλει να μοιράσει.

Η πραγματική κάλπη του Ταμείου Ανάκαμψης

Γι’ αυτό το τέλος του RRF μπορεί τελικά να λειτουργήσει σαν άτυπη οικονομική κάλπη. Εάν η κυβέρνηση κατορθώσει να δείξει ότι μετά το 2026 οι ιδιωτικές επενδύσεις παίρνουν τη σκυτάλη, οι εξαγωγές αυξάνονται, η παραγωγικότητα βελτιώνεται και οι μισθοί ακολουθούν, θα μπορεί να υποστηρίξει ότι δημιούργησε μια οικονομία που στέκεται πλέον στα δικά της πόδια.

Εάν όχι, το πολιτικό αφήγημα θα αντιστραφεί. Τότε το «Ελλάδα 2.0» θα κινδυνεύσει να διαβαστεί όχι ως σχέδιο μετασχηματισμού, αλλά ως μια περίοδος κατά την οποία η οικονομία κινήθηκε γρηγορότερα επειδή για λίγα χρόνια είχε στη διάθεσή της έναν εξαιρετικά ισχυρό ευρωπαϊκό κινητήρα.

Και η αντιπολίτευση θα έχει την ευκαιρία να μετατρέψει αυτό το οικονομικό ερώτημα σε εκλογικό δίλημμα. Υπό μία προϋπόθεση: να μπορεί να παρουσιάσει κάτι περισσότερο από τον λογαριασμό της κυβέρνησης. Να παρουσιάσει το δικό της σχέδιο για την Ελλάδα, μετά, το Ταμείο Ανάκαμψης.

Γιατί τελικά η πολιτική μάχη του 2027 μπορεί να συμπυκνωθεί σε μία μόνο ερώτηση: Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει τι έκανε με τα 36 δισ. ευρώ. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να αποδείξει τι θα έκανε χωρίς αυτά.

Share This Article