Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε στις Βρυξέλλες αναζητώντας πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, αλλά στην πραγματικότητα επιχειρεί να κερδίσει κάτι πολύ πιο πολύτιμο: πολιτικό χρόνο. Η νέα ενεργειακή κρίση απειλεί να μετατρέψει τον χειμώνα σε μια παρατεταμένη δοκιμασία για την κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να διατηρήσει την εκλογική της κυριαρχία και να διαμορφώσει συνθήκες διεκδίκησης τρίτης κυβερνητικής θητείας.
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο η αύξηση των τιμών του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος. Είναι η συσσωρευμένη οικονομική κόπωση των νοικοκυριών, που δυσκολεύει την κυβέρνηση να παρουσιάσει πειστικό αφήγημα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
Η πολιτική εξίσωση γίνεται ακόμη δυσκολότερη όταν οι αυξήσεις στην ενέργεια περνούν στις μεταφορές, στην παραγωγή και τελικά στα ράφια των καταστημάτων. Έτσι, ακόμη και οι μισθολογικές αυξήσεις ή οι φορολογικές ελαφρύνσεις κινδυνεύουν να χάσουν σημαντικό μέρος της πραγματικής τους αξίας πριν γίνουν αισθητές στους δικαιούχους.
Οι Βρυξέλλες δεν ανοίγουν εύκολα το ταμείο
Η Αθήνα ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση μεγαλύτερη ευελιξία ώστε οι έκτακτες παρεμβάσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις να μη συνυπολογίζονται πλήρως στα όρια αύξησης των καθαρών κρατικών δαπανών.
Ο πρωθυπουργός, προσερχόμενος χθες στη Σύνοδο Κορυφής, υπογράμμισε την ανάγκη κοινής ευρωπαϊκής απάντησης, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή κρίση τροφοδοτεί νέο κύμα πληθωρισμού.
Ωστόσο, το ελληνικό αίτημα έχει ήδη συναντήσει αντιστάσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διά του αρμόδιου επιτρόπου Βάλντις Ντομπρόβσκις, είχε απορρίψει στις 8 Οκτωβρίου την προοπτική διαρκών εξαιρέσεων από τους δημοσιονομικούς κανόνες, απαντώντας ουσιαστικά στις πιέσεις Ελλάδας και Ιταλίας.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι διπλό. Από τη μία πλευρά επιδιώκει να διατηρήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας. Από την άλλη χρειάζεται πρόσθετα μέτρα για να ανακόψει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Και όσο οι Βρυξέλλες διστάζουν, τόσο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ευθύνης επιστρέφει στην Αθήνα.
Τα 700 εκατομμύρια του ΦΠΑ και το πολιτικό δίλημμα
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον δημοσιονομικό ζήτημα. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η Καθημερινή, η κυβέρνηση έχει υπολογίσει περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ πρόσθετων εσόδων από τον ΦΠΑ λόγω των αυξημένων τιμών, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, εφόσον εξασφαλιστεί η απαιτούμενη ευρωπαϊκή ευελιξία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όσο ακριβαίνουν τα προϊόντα, τόσο αυξάνονται σε ονομαστικούς όρους και οι εισπράξεις του κράτους από τους έμμεσους φόρους. Το ερώτημα που αναμένεται να τεθεί εντονότερα από την αντιπολίτευση είναι γιατί ένα μέρος αυτών των επιπλέον εσόδων δεν επιστρέφει ταχύτερα και πιο μόνιμα στην κοινωνία.
Η κυβερνητική απάντηση είναι ότι η δημοσιονομική σταθερότητα δεν μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο και ότι η αντιμετώπιση μιας διεθνούς κρίσης απαιτεί ευρωπαϊκό συντονισμό. Όμως αυτή η επιχειρηματολογία δοκιμάζεται όταν οι πολίτες βλέπουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά τους να πιέζεται.
Οι επιδοτήσεις αγοράζουν ανάσα, όχι ολόκληρο τον χειμώνα
Τα νέα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση προβλέπουν, από τις 15 έως τις 31 Οκτωβρίου, κρατική επιδότηση 20 λεπτών ανά λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης και 15 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης. Για την αμόλυβδη η επιδότηση των 10 λεπτών αρχίζει στις 17 Οκτωβρίου.
Με τη συνδρομή των διυλιστηρίων, η συνολική ελάφρυνση φτάνει τα 40 λεπτά στο πετρέλαιο θέρμανσης και τα 20 λεπτά στο ντίζελ κίνησης. Παράλληλα, το επίδομα θέρμανσης αυξάνεται κατά 30% για ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο.
Το άμεσο δημοσιονομικό κόστος των επιδοτήσεων του δεύτερου δεκαπενθημέρου του Οκτωβρίου φτάνει τα 46 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης προσθέτει 52 εκατομμύρια ευρώ.
Τα μέτρα προσφέρουν πραγματική, αλλά περιορισμένη χρονικά ανακούφιση. Δεν απαντούν ακόμη στο βασικό ερώτημα: τι θα συμβεί τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο και τους πρώτους μήνες του 2027, εάν οι διεθνείς τιμές διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα;
Η κυβέρνηση θα κληθεί τότε είτε να παρατείνει τις επιδοτήσεις, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον προϋπολογισμό, είτε να περιορίσει τις παρεμβάσεις, αναλαμβάνοντας το αντίστοιχο πολιτικό κόστος.
Η ενεργειακή κρίση απειλεί να ακυρώσει το κυβερνητικό αφήγημα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ότι η ενεργειακή κρίση έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα. Το υψηλό κόστος στέγασης, οι τιμές των τροφίμων και η πίεση στα εισοδήματα αποτελούν διαρκείς εστίες δυσαρέσκειας.
Παράλληλα, η αύξηση των ενεργειακών δαπανών δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τους αγρότες και τις μεταφορές, απειλώντας να μεταφέρει την κρίση σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα.
Το κυβερνητικό επιτελείο θα επιδιώξει να παρουσιάσει τις παρεμβάσεις ως απόδειξη ότι η οικονομία διαθέτει αντοχές και ότι η δημοσιονομική σταθερότητα επιτρέπει τη στήριξη της κοινωνίας. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, αναμένεται να αναδείξει την απόσταση ανάμεσα στους θετικούς δημοσιονομικούς δείκτες και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Αυτή είναι άλλωστε και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση που καλείται να διαχειριστεί το Μαξίμου, να εξηγεί ότι η ελληνική οικονομία πηγαίνει καλύτερα, την ώρα που σημαντικό μέρος της κοινωνίας δεν αισθάνεται αντίστοιχη βελτίωση.
Το εκλογικό ημερολόγιο και ο φόβος της φθοράς
Με τις εκλογές να τοποθετούνται την άνοιξη του 2027, ο χειμώνας αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Η κυβέρνηση δεν έχει μπροστά της αρκετό χρόνο για να περιμένει μια μακροπρόθεσμη αποκλιμάκωση των τιμών χωρίς να υπολογίζει το εκλογικό κόστος.
Κάθε νέα αύξηση στα καύσιμα, κάθε ανατίμηση στην αγορά και κάθε επιβάρυνση στο κόστος παραγωγής μπορεί να τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια και να περιορίζει τη δυνατότητα της ΝΔ να ανακτήσει ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι η κυβερνητική στρατηγική στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο δίλημμα της σταθερότητας. Όμως η σταθερότητα κινδυνεύει να χάσει μέρος της πολιτικής της αποτελεσματικότητας εάν δεν συνοδεύεται από αισθητή οικονομική ασφάλεια.
Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πολιτικό ρίσκο για τον πρωθυπουργό. Οι αντίπαλοί του μπορεί να εμφανίζουν οργανωτικές αδυναμίες, δημοσκοπικές διακυμάνσεις και δυσκολίες στη διαμόρφωση εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης. Η ακρίβεια, όμως, δεν χρειάζεται ούτε κομματικό μηχανισμό ούτε πολιτικό αρχηγό για να προκαλέσει κυβερνητική φθορά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να αντιμετωπίσει πολιτικά τον Ανδρουλάκη, τον Τσίπρα ή τον Σαμαρά. Δύσκολα, όμως, μπορεί να αντιπαρατεθεί με μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση, εάν οι επιπτώσεις της δεν περιοριστούν στην καθημερινότητα των πολιτών.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της πορείας προς τις εκλογές του 2027, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος της κυβέρνησης μπορεί τελικά να μην είναι κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης, αλλά ένας χειμώνας που θα αποδειχθεί ακριβότερος από τις οικονομικές αντοχές των νοικοκυριών και μεγαλύτερος από τις δημοσιονομικές δυνατότητες των κυβερνητικών παρεμβάσεων.


