
Η Κεντροαριστερά μπαίνει στο φθινόπωρο θυμίζοντας περισσότερο μεταγραφική περίοδο παρά πολιτικό χώρο που προετοιμάζεται να διεκδικήσει την εξουσία. Άλλοι φεύγουν, άλλοι περιμένουν πρόσκληση, άλλοι δηλώνουν ανεξάρτητοι μέχρι νεωτέρας και άλλοι μετρούν αν η επόμενη στέγη θα τους προσφέρει μεγαλύτερη κοινοβουλευτική προοπτική. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος μιλά με ποιον. Είναι αν μέσα από αυτή τη διαρκή κινητικότητα παράγεται κυβερνητική πρόταση ή απλώς ανακυκλώνονται πρόσωπα που αναζητούν καλύτερη θέση στο επόμενο πολιτικό κάδρο.
Η φθορά της Νέας Δημοκρατίας είναι υπαρκτή. Η ακρίβεια, οι πυρκαγιές, η κόπωση από την πολυετή διακυβέρνηση, οι θεσμικές αντιπαραθέσεις και η αίσθηση ότι η καθημερινότητα δεν βελτιώνεται όσο υπόσχονται οι δείκτες δημιουργούν πολιτικό χώρο. Μόνο που αυτός ο χώρος δεν έχει ακόμη βρει σταθερό ιδιοκτήτη. Και αυτό παραμένει το βασικό πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη: απέναντί του δεν έχει έναν ενιαίο αντίπαλο, αλλά μια σειρά από πρόθυμους διεκδικητές της ίδιας δεξαμενής ψηφοφόρων.
Ο Τσίπρας ως καταλύτης, αλλά και ως παλιός λογαριασμός
Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί πλέον ως μαγνήτης στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Όχι επειδή έχει ακόμη αποδείξει ότι διαθέτει ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχέδιο, αλλά επειδή διαθέτει κάτι που λείπει από τους υπόλοιπους: αναγνωρισιμότητα, πρώην πρωθυπουργική εμπειρία και ικανότητα να αναγκάζει όλους τους άλλους να τοποθετούνται απέναντί του.
Μόνο που αυτό είναι και το πρόβλημά του. Ο Τσίπρας δεν εμφανίζεται ως άφθαρτος outsider. Δεν έρχεται από την κοινωνία, από την παραγωγή ή από κάποιο νέο πολιτικό εργαστήριο. Έρχεται από το… Μαξίμου. Έχει κυβερνήσει, έχει δοκιμαστεί, έχει υποσχεθεί, έχει διαψεύσει, έχει συμβιβαστεί, έχει συγκυβερνήσει. Άρα κάθε φορά που μιλά για «νέα αρχή», η πολιτική μνήμη του απαντά με το πιο ενοχλητικό ερώτημα: με ποιους, με ποιο σχέδιο και με ποια αξιοπιστία; Ο επιπλέον αδύναμος κρίκος είναι ότι τα πρόσωπα που έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα δεν έχουν πολιτικό βάρος διακυβέρνησης.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να ντύσει την επιστροφή του με τη γλώσσα της ανανέωσης. Όμως η ανανέωση δεν είναι θέμα λογοτύπου. Δεν αρκεί να αλλάξεις πινακίδα, να μετακινήσεις μερικούς ανεξάρτητους, να ξαναμοιράσεις ρόλους σε γνώριμα πρόσωπα και να το παρουσιάσεις ως καινούργιο πολιτικό προϊόν. Γιατί τότε δεν έχουμε νέα αρχή. Έχουμε παλιό πολιτικό εμπόρευμα σε ανακυκλωμένη συσκευασία.
Το κρίσιμο ερώτημα για τον Τσίπρα είναι αν μπορεί να πείσει ότι δεν χτίζει ένα νέο όχημα προσωπικής επανόδου, αλλά μια πραγματική πρόταση διακυβέρνησης. Διότι η επιστροφή στο προσκήνιο είναι σχετικά εύκολη για έναν πρώην πρωθυπουργό. Η επιστροφή στην εμπιστοσύνη είναι πολύ πιο δύσκολη.
Το ΠΑΣΟΚ ανάμεσα σε αυτονομία και φόβο συμπίεσης
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ίσως στην πιο δύσκολη θέση. Από τη μία θέλει να εμφανιστεί ως ο θεσμικός, σοβαρός και αυτόνομος πόλος της αντιπολίτευσης. Από την άλλη βλέπει τον Αλέξη Τσίπρα να μπαίνει ξανά στο γήπεδο και να διεκδικεί ακριβώς τον χώρο που το ΠΑΣΟΚ θεωρούσε ότι μπορούσε σταδιακά να κερδίσει: τον χώρο της αντι-δεξιάς ψήφου με κυβερνητική προοπτική.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει μπροστά του ένα στρατηγικό δίλημμα. Αν πλησιάσει πολύ τον Τσίπρα, κινδυνεύει να εμφανιστεί ως συμπλήρωμα ενός σχεδίου που δεν ελέγχει. Αν συγκρουστεί μετωπικά μαζί του, κινδυνεύει να αποξενώσει τμήμα της βάσης που βλέπει θετικά μια μελλοντική συνεργασία στον προοδευτικό χώρο. Αν μείνει στη μέση, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στον ρόλο του ενδιάμεσου σταθμού: αρκετά χρήσιμος για να υπάρχει, όχι αρκετά ισχυρός για να ηγηθεί.
Το ΠΑΣΟΚ θέλει να γίνει κυβέρνηση. Πρώτα, όμως, πρέπει να πείσει ότι δεν περιμένει απλώς να κουραστεί η Νέα Δημοκρατία και να μπερδευτεί ο Τσίπρας. Η πολιτική αυτονομία δεν δηλώνεται. Αποδεικνύεται.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως δεξαμενή αποχωρήσεων
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, ζει μια παρατεταμένη αποσύνθεση. Οι αποχωρήσεις βουλευτών και στελεχών δεν είναι απλώς οργανωτικό πρόβλημα. Είναι πολιτικό μήνυμα. Ένα κόμμα που άλλοτε διεκδικούσε την εξουσία, σήμερα προσπαθεί να πείσει ότι μπορεί να παραμείνει αυτόνομος παίκτης στο νέο σκηνικό. Ακόμα και με την αλλαγή της γραμμής και των προσώπων που ηγούνται δεν έχει καταφέρει να δείξει πολιτικό στίγμα.
Το πιο δύσκολο για την Κουμουνδούρου δεν είναι ότι χάνει πρόσωπα. Είναι ότι χάνει την αίσθηση αναγκαιότητας. Όταν οι εξελίξεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς συζητούνται κυρίως με όρους Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ και ανεξάρτητων, ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μετατραπεί από κόμμα αναφοράς σε ενδιάμεσο σταθμό μετακινήσεων.
Η πολιτική ειρωνεία είναι σκληρή. Το κόμμα που κάποτε απορρόφησε σχεδόν όλο τον χώρο της Κεντροαριστεράς, σήμερα βλέπει τον ίδιο χώρο να απορροφά κομμάτια του. Και ο Τσίπρας, που κάποτε ήταν το μεγάλο κεφάλαιο του ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζεται σήμερα περισσότερο ως ο πολιτικός εκκαθαριστής της παλιάς του παράταξης παρά ως φυσικός της διάδοχος.
Οι ανεξάρτητοι ως ρυθμιστές ή ως πολιτικοί μετεωρίτες
Στο επίκεντρο του νέου παζαριού βρίσκονται οι ανεξάρτητοι βουλευτές. Άλλοι προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλοι αναζητούν νέο πολιτικό πλαίσιο, άλλοι θέλουν να μετρήσουν πρώτα πού φυσάει ο άνεμος πριν αποφασίσουν σε ποιο λιμάνι θα δέσουν.
Η παρουσία τόσων ανεξάρτητων δεν είναι απλώς κοινοβουλευτική ιδιομορφία. Είναι σύμπτωμα πολιτικής μετάβασης. Δείχνει ότι το παλιό σύστημα κομματικών ταυτίσεων έχει χαλαρώσει, αλλά δεν έχει αντικατασταθεί ακόμη από κάτι σταθερό. Οι έδρες υπάρχουν. Οι κατευθύνσεις αναζητούνται. Και οι φιλοδοξίες προηγούνται συχνά των προγραμματικών συγκλίσεων.
Όμως υπάρχει και ένα όριο. Οι ανεξάρτητοι μπορούν να δημιουργήσουν εντύπωση κινητικότητας. Δεν μπορούν από μόνοι τους να δημιουργήσουν κοινωνικό ρεύμα. Η πολιτική δεν κερδίζεται μόνο με προσχωρήσεις. Κερδίζεται με πειστικό αφήγημα, καθαρή ηγεσία και πρόγραμμα που απαντά στα προβλήματα των πολιτών. Αλλιώς, δεν μιλάμε για ανασύνθεση. Μιλάμε για πολιτικό Airbnb: προσωρινή στέγη, καλή φωτογραφία, αλλά κανείς δεν ξέρει ποιος θα μείνει μόνιμα.
Το μεγάλο κενό: Ποια είναι η πρόταση διακυβέρνησης;
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Κεντροαριστερά σήμερα έχει πολλή κινητικότητα, πολλές συσκέψεις, πολλές διαδρομές και πολλές προσωπικές στρατηγικές. Αυτό που δεν έχει ακόμη είναι μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα: τι ακριβώς προτείνει για τη χώρα;
Τι λέει για την ακρίβεια πέρα από την καταγγελία; Τι λέει για το κράτος πέρα από τη γενική επίκληση της αξιοκρατίας; Τι λέει για τις πυρκαγιές πέρα από την επίθεση στην κυβέρνηση; Τι λέει για τη στέγη, την παραγωγή, την ασφάλεια, τη Δικαιοσύνη, την υγεία, την εξωτερική πολιτική; Και κυρίως: ποιος θα τα εφαρμόσει όλα αυτά;
Ο Τσίπρας γνωρίζει καλά ότι η πολιτική συγκυρία του δίνει χώρο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι του δίνει αυτομάτως συγχωροχάρτι. Η κοινωνία μπορεί να είναι κουρασμένη από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά δεν είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει σε ό,τι έχει ήδη δοκιμάσει. Η δυσαρέσκεια δεν είναι λευκή επιταγή. Και η αντι-Μητσοτάκης ψήφος δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.
Η φθορά της κυβέρνησης δεν αρκεί. Ο θυμός δεν είναι κυβερνητικό πρόγραμμα. Η απογοήτευση δεν είναι αυτομάτως ψήφος εμπιστοσύνης. Και η ανακύκλωση προσώπων, όσο κι αν παρουσιάζεται ως ανασύνθεση, δεν γίνεται από μόνη της πολιτική ανανέωση.
Το πλεονέκτημα Μητσοτάκη
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη φθορά, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί πλεονέκτημα. Όχι επειδή η κοινωνία είναι ενθουσιασμένη. Όχι επειδή η ακρίβεια δεν πιέζει. Όχι επειδή οι πολίτες δεν βλέπουν αστοχίες. Αλλά επειδή απέναντι στην κυβέρνηση δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί μια εναλλακτική εξουσίας με καθαρό κέντρο βάρους.
Ο Μητσοτάκης μπορεί να έχει απέναντί του δυσαρέσκεια. Δεν έχει όμως ακόμη απέναντί του έναν αντίπαλο που να έχει πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει από την επόμενη ημέρα. Και όσο η Κεντροαριστερά εμφανίζεται ως παζάρι ρόλων, προσχωρήσεων και προσωπικών φιλοδοξιών, τόσο το Μαξίμου θα επενδύει στο δίλημμα της σταθερότητας.
Το πολιτικό πρόβλημα για την αντιπολίτευση είναι ότι προσπαθεί να αξιοποιήσει την κυβερνητική κόπωση χωρίς να έχει λύσει τη δική της κρίση αξιοπιστίας. Και ειδικά ο Τσίπρας καλείται να απαντήσει στο πιο δύσκολο ερώτημα: γιατί να θεωρηθεί λύση εκείνος που υπήρξε ήδη μέρος του προβλήματος της διακυβέρνησης;
Το παζάρι δεν είναι ακόμη παράταξη
Η Κεντροαριστερά βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία, αλλά και σε μια ιστορική παγίδα. Η ευκαιρία είναι ότι η κοινωνική κόπωση από τη Νέα Δημοκρατία υπάρχει. Η παγίδα είναι ότι αν η απάντηση περιοριστεί σε μετακινήσεις βουλευτών, αλλαγές πινακίδων και αναδιάταξη προσωπικών μηχανισμών, το εγχείρημα θα φανεί μικρότερο από τις ανάγκες της περιόδου.
Οι πολίτες δεν ψάχνουν απλώς νέο αντι-Μητσοτάκη. Ψάχνουν κάποιον που να μπορεί να τους πείσει ότι ξέρει τι θα κάνει με την ακρίβεια, το κράτος, την ασφάλεια, τη στέγη και τη διεθνή αβεβαιότητα.
Και μέχρι να δοθεί αυτή η απάντηση, η Κεντροαριστερά θα μοιάζει περισσότερο με πολιτικό μεταγραφικό παζάρι παρά με κυβερνητική παράταξη εν αναμονή.
Στην Κεντροαριστερά μοιράζουν ήδη ρόλους. Μένει μια λεπτομέρεια: να τους ψηφίσουν πρώτα οι πολίτες. Και κυρίως να πείσουν ότι αυτή τη φορά δεν ζητούν την ψήφο για να επιστρέψουν οι ίδιοι, αλλά για να αλλάξει πράγματι κάτι στη χώρα.

