
Υπάρχουν στιγμές που η δημόσια σφαίρα δεν εκπίπτει απλώς· αυτογελοιοποιείται. Και τότε το ερώτημα δεν είναι αν η πολιτική μας λειτουργεί, αλλά αν αντιλαμβανόμαστε καν το μέγεθος της εκτροπής. Διότι όταν ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα εγκλωβίζεται σε ζητήματα όπως το αν ένας υπουργός έτρωγε κρακεράκια στην αίθουσα της Ολομέλειας ή αν ένας πρώην πρόεδρος της Βουλής απολάμβανε προφιτερόλ, τότε δεν πρόκειται για απλή ευθυνοφοβία — πρόκειται για απώλεια μέτρου.
Ο κανονισμός της Βουλής, μας λένε, δεν απαγορεύει τη μαγνητοσκόπηση με κινητό. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Συντάχθηκε σε μια εποχή που τα κινητά τηλέφωνα δεν είχαν εισβάλει ακόμη στην καθημερινότητα, πόσο μάλλον στην πολιτική πρακτική. Και τώρα, εκ των υστέρων, επιχειρείται η προσαρμογή. Ο κ. Κακλαμάνης δηλώνει ότι ο κανονισμός θα αλλάξει. Πολύ ωραία. Αλλά το ερώτημα δεν είναι διαδικαστικό. Είναι βαθιά υπαρξιακό για τη δημοκρατία μας: αυτό είναι το μείζον;
Είμαστε σοβαρή χώρα όταν το πολιτικό ενδιαφέρον αναλώνεται στο αν ο Άδωνις Γεωργιάδης μασούσε κρακεράκια; Όταν η αντιπαράθεση εξαντλείται σε έναν ακόμη καυγά με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου; Όταν το πολιτικό προσωπικό, αντί να παράγει λόγο και πράξη, παράγει στιγμιότυπα προς κατανάλωση;
Η τραγικότητα δεν έγκειται στην πράξη —κανείς δεν θα καταρρεύσει αν κάποιος φάει ένα σνακ— αλλά στη μετατροπή της σε κεντρικό πολιτικό γεγονός. Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η ένδεια: όταν το ασήμαντο αναγορεύεται σε σημαντικό, τότε το πραγματικά σημαντικό έχει ήδη εγκαταλειφθεί.
Διότι την ίδια στιγμή, ο κόσμος γύρω μας φλέγεται. Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε διαρκή ανάφλεξη, με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Η ακρίβεια διαβρώνει το εισόδημα των πολιτών, μετατρέποντας την καθημερινότητα σε άσκηση επιβίωσης. Η ανασφάλεια δεν είναι αφηρημένη έννοια — είναι το βίωμα της κοινωνίας.
Και όμως, ο δημόσιος διάλογος επιμένει να περιστρέφεται γύρω από το επιφανειακό, το ευτελές, το στιγμιαίο. Σαν να έχουμε αποδεχθεί ότι η πολιτική δεν είναι χώρος ευθύνης, αλλά θέαμα. Ότι ο βουλευτής δεν είναι φορέας εντολής, αλλά πρωταγωνιστής σε ένα αέναο, χαμηλής ποιότητας σίριαλ.
Η ευθύνη, βεβαίως, δεν ανήκει μόνο στους πολιτικούς. Ανήκει και σε μια κοινωνία που ανέχεται, που καταναλώνει, που αναπαράγει αυτή την ευτέλεια. Που προτιμά το εύκολο στιγμιότυπο από τη δύσκολη ουσία. Που συγχέει την ενημέρωση με την κουτσομπολίστικη παρατήρηση.
Αν, λοιπόν, ο κανονισμός της Βουλής αλλάξει, ας αλλάξει. Αλλά ας μην έχουμε αυταπάτες: το πρόβλημα δεν είναι οι κάμερες των κινητών. Είναι η απουσία πολιτικού βάρους. Είναι η μετατόπιση από την ουσία στην εικόνα. Είναι, τελικά, η αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε το γελοίο από το τραγικό.
Και αυτό δεν διορθώνεται με κανέναν κανονισμό.

