Η εξουσία ως συνήθεια και η δημοκρατία ως άλλοθι

Newsroom
3 Min Read

Υπάρχει μια λέξη που αποφεύγουμε συστηματικά στον δημόσιο λόγο: όριο. Τη θεωρούμε ύποπτη, σχεδόν ανήθικη. Σαν να υπονοεί δυσπιστία προς τα πρόσωπα. Κι όμως, η δημοκρατία δεν χτίστηκε για να εμπιστεύεται πρόσωπα· χτίστηκε για να ελέγχει την εξουσία. Όταν λοιπόν ανοίγει –υποτίθεται– η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος και δεν αγγίζουμε το ζήτημα της διάρκειας παραμονής στα αξιώματα, τότε δεν μιλάμε για αναθεώρηση. Μιλάμε για συντήρηση.

Η αφορμή είναι η γνωστή περίπτωση του Γιάννης Παναγόπουλος. Δεκαετίες στην κορυφή της ΓΣΕΕ. Όχι επειδή τον επέβαλε κάποια αυταρχική εξουσία, αλλά επειδή το σύστημα –πολιτικό και συνδικαλιστικό– θεωρεί φυσιολογικό να παγιώνεται η ηγεσία. Η συνήθεια βαφτίζεται εμπειρία. Η απουσία εναλλαγής βαφτίζεται σταθερότητα. Και η δημοκρατία περιορίζεται σε διαδικαστικό τελετουργικό.
Το πρόβλημα δεν είναι ο Παναγόπουλος. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μας ξενίζει. Όπως δεν μας ξενίζει ότι στη χώρα αυτή μπορεί κάποιος να είναι πρωθυπουργός δέκα, δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια – αθροιστικά ή συνεχόμενα. Σαν να πρόκειται για φυσικό φαινόμενο. Σαν να μην υπάρχει φθορά της εξουσίας, σαν να μην αλλοιώνεται η κρίση, σαν να μη μετατρέπεται η πολιτική ευθύνη σε εθισμό στην καρέκλα.
Κι όμως, η πρωθυπουργία δεν είναι βασιλικό αξίωμα. Είναι εντολή με ημερομηνία λήξης. Όταν δεν τίθενται συνταγματικά όρια θητείας, ο πρωθυπουργός τείνει να ταυτίζεται με το κράτος. Να συγχέει το «κυβερνώ» με το «δικαιούμαι να παραμένω». Και τότε η δημοκρατία παύει να είναι πολίτευμα εναλλαγής και γίνεται σύστημα διαχείρισης προσώπων.

Σε άλλες δημοκρατίες, τα όρια θητειών –ακόμη και για την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας– θεωρούνται αυτονόητα. Όχι γιατί οι ηγέτες είναι κακοί, αλλά γιατί είναι άνθρωποι. Υπόκεινται στη φθορά, στην αυταρέσκεια, στη σύγχυση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στη δική τους ιστορική υστεροφημία. Εμείς, αντίθετα, προτιμούμε να ελπίζουμε στον «καλό ηγέτη». Πρόκειται για θεολογική, όχι πολιτική, προσέγγιση. Η αναθεώρηση του Συντάγματος θα είχε νόημα μόνο αν άγγιζε αυτόν τον πυρήνα: ανώτατο αριθμό θητειών για πρωθυπουργούς, για συνδικαλιστές, για επικεφαλής κρίσιμων θεσμών. Όχι ως τιμωρία, αλλά ως πράξη πολιτικού ρεαλισμού. Γιατί η εξουσία χωρίς χρονικό ορίζοντα δεν παράγει σοφία· παράγει αυταπάτη.

Η περίπτωση Παναγόπουλου, όπως και οι μακροχρόνιες πρωθυπουργικές θητείες, δεν είναι εξαιρέσεις. Είναι ο κανόνας ενός πολιτικού πολιτισμού που φοβάται την ανανέωση. Αν δεν τολμήσουμε να θέσουμε όρια τώρα, τότε ας είμαστε ειλικρινείς: δεν θέλουμε αναθεώρηση του Συντάγματος. Θέλουμε απλώς να αναθεωρήσουμε τις δικαιολογίες μας.

Share This Article