Η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα: Διάλογος με την Τουρκία του Ερντογάν σε εποχή «απρόβλεπτης σταθερότητας» και περιφερειακών συγκρούσεων

Newsroom
5 Min Read

Με φόντο ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνές περιβάλλον, όπου οι ισορροπίες ασφαλείας δοκιμάζονται από πολλαπλά μέτωπα – από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή μέχρι την εντεινόμενη στρατηγική παρουσία μεγάλων δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο—, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται στις 11 Φεβρουαρίου να συναντηθεί για δέκατη φορά ως πρωθυπουργός με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα. Πρόκειται για μια συνάντηση που δεν φέρνει αναγκαστικά βαθιές λύσεις περί οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο —τον πιο κρίσιμο δηλαδή άξονα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης— αλλά προσπαθεί να στείλει ένα μήνυμα σταθερότητας σε μια περιοχή που δοκιμάζεται από πολλαπλές πιέσεις.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη η δυστοκία που χαρακτηρίζει τον πολιτικό διάλογο ανάμεσα στις δύο πλευρές. Για να πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας-Τουρκίας απαιτήθηκε ένα διάστημα σχεδόν δύο ετών —διάστημα στο οποίο σημειώθηκαν αποτυχημένες προσπάθειες, αλλαγές προτεραιοτήτων και επανειλημμένες εντάσεις, τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και επί του πεδίου. Αυτές συμπεριλαμβάνουν άβολες «παρεξηγήσεις» γύρω από έργα υποδομών, την απειλή ελληνικού βέτο για την τουρκική συμμετοχή σε στρατιωτικά σχήματα αν δεν αρθεί το casus belli, αλλά και παρεμβάσεις σε χωρικά ύδατα και ενεργειακές ζώνες. Η συσσώρευση αυτών των παραγόντων έχει καταστήσει τον ελληνοτουρκικό διάλογο πολύ πιο περίπλοκο απ’ ό,τι πριν.

Διαρκής ένταση παρά «διάλογος για όλα»

Από την πλευρά της Άγκυρας, το μήνυμα είναι σαφές: κατά την επικείμενη συνάντηση «θα εξεταστούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε όλες τις διαστάσεις τους» και θα αναζητηθούν «δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας». Τέτοιου είδους δηλώσεις, όπως μεταδόθηκαν μέσω του εκπροσώπου της τουρκικής προεδρίας, δείχνουν ότι η Τουρκία θέλει να παρουσιάσει την εικόνα μιας «πλήρους ατζέντας» —τουλάχιστον στα λόγια.

Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε πρόσφατη συνέντευξή του υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει «μία και μόνο διαφορά» με την Τουρκία, αυτή της οριοθέτησης του Αποκλειστικού Οικονομικού Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το πλαίσιο αυτό δείχνει ότι η ελληνική πλευρά επιδιώκει να διατηρήσει μια συγκεκριμένη, συγκροτημένη ατζέντα στο τραπέζι των συνομιλιών, αποφεύγοντας να εμπλέξει ζητήματα που θα μπορούσαν να «απλώσουν» τη συζήτηση πέρα από το ουσιαστικό πυρήνα της διαφωνίας.

Συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν: Οι «κόκκινες γραμμές» και οι χαμηλές προσδοκίες

Ακόμη, η προετοιμασία της ελληνικής διπλωματίας δείχνει ότι η Αθήνα επιμένει στη στρατηγική της ανοικτής επικοινωνίας ως μέσο αποκλιμάκωσης κρίσεων, με πηγές να τονίζουν ότι «εν μέσω μιας παγκόσμιας αναταραχής» η σταθερότητα στην περιοχή είναι ζωτικής σημασίας για κράτη-status quo όπως η Ελλάδα. Αυτή η προσέγγιση —που δεν υπόσχεται ούτε γρήγορες λύσεις ούτε «μεγάλες συμφωνίες»— αντανακλά μια κυβερνητική αντίληψη ότι η Ελλάδα πρέπει να διασφαλίσει την ειρήνη και την αποτροπή, όσο το δυνατόν περισσότερο, παρά να στοχεύσει σε άμεσα αποφασιστική λύση.

Η Τουρκία και οι «γενικότεροι» στόχοι της πολιτικής της

Η τουρκική πλευρά, από την άλλη, εμφανίζεται να κινείται προς μια στρατηγική που περιλαμβάνει μια ευρύτερη ανάγνωση των εξωτερικών της σχέσεων — πέρα από την άμεση αντιπαράθεση με την Ελλάδα. Ενώ η Αθήνα επικεντρώνεται στον διάλογο και στην αποκλιμάκωση, η Αγκυρα διατηρεί την αναθεωρητική ατζέντα ισχυρή, ειδικά στο θέμα των χωρικών υδάτων, της υφαλοκρηπίδας και της δικαιοδοσίας σε έρευνα και διάσωση στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτές οι θέσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται μέσω navtex, NOTAM και επίσημων ανακοινώσεων, δείχνουν ότι η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις της, ακόμα κι όταν μιλά για διάλογο.

Την ίδια στιγμή, η προσέγγιση της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή —όπως η στρατιωτική της εμπλοκή στη Συρία και οι προσπάθειες να ενισχύσει τη θέση της έναντι των Κούρδων— υπογραμμίζει ότι η εξωτερική πολιτική της Αγκυρας κυριαρχείται από έναν συνδυασμό περιφερειακών επιδιώξεων και αντιλήψεων απειλής. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον γεωπολιτικής πίεσης, όπου η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από διμερείς διαπραγματεύσεις, αλλά επηρεάζεται από μεγαλύτερα περιφερειακά και παγκόσμια ρεύματα.

Σταθερότητα εν μέσω αβεβαιότητας

Εν ολίγοις, η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν δεν λαμβάνει χώρα σε ένα κενό. Αντίθετα, εντάσσεται σε ένα γεωπολιτικό πλαίσιο όπου οι μεγάλες δυνάμεις —ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα— διεκδικούν ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και η Ελλάδα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε εγχώριες πολιτικές ανάγκες και περιφερειακές προκλήσεις. Παρά τη συχνά προβεβλημένη επιφάνεια «διαλόγου», τα πραγματικά ζητήματα παραμένουν άλυτα και δύσκολα. Εκείνο που η ελληνική πλευρά επιχειρεί να κερδίσει είναι όχι τόσο μια άμεση συμφωνία όσο η διασφάλιση ότι οι ισχυροί παίκτες στην περιοχή και πέραν αυτής δεν θα επιβάλλουν λύσεις που θα υποσκάπτουν τα εθνικά της συμφέροντα —μια μάχη που ίσως είναι ακόμη πιο κρίσιμη από την ίδια τη διαπραγμάτευση.

 

Share This Article