
Υπάρχει µια βαθιά ριζωµένη πολιτική παθογένεια στην Ελλάδα. H Δικαιοσύνη αντιµετωπίζεται συχνά όχι ως θεσµός µε σταθερή αξία, αλλά ως εργαλείο πολιτικής χρήσης. Όταν µια απόφαση εξυπηρετεί το αφήγηµα ενός κόµµατος, γίνεται δικαίωση, θεσµική νίκη και ήττα του παρακράτους. Όταν η ίδια Δικαιοσύνη εκδίδει απόφαση που δεν βολεύει ένα άλλο κόµµα , τότε αρχίζουν οι καταγγελίες περί συγκάλυψης, µεθοδεύσεων, χειραγώγησης ή σκοτεινών εξαρτήσεων. Με λίγα λόγια για το πολιτικό σύστηµα ανεξάρτητη Δικαιοσύνη είναι η δικαιοσύνη που βγάζει αρνητικές αποφάσεις για τους αντιπάλους.
Το τελευταίο επεισόδιο γύρω από την υπόθεση των υποκλοπών είναι ενδεικτικό. ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ είχαν επιτεθεί µε σφοδρότητα στη Νέα Δηµοκρατία και προσωπικά στον Άδωνι Γεωργιάδη για τις επικρίσεις του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, µε φόντο τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Τότε, η γραµµή της αντιπολίτευσης ήταν ότι κάθε αιχµή κατά εισαγγελικών λειτουργών συνιστά θεσµική εκτροπή. Οταν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας αποφάσισε να µην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών, αποδεχόµενος την πραγµατικότητα την απόφαση ενός άλλου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του κυρίου Ζήση η ίδια αντιπολίτευση πέρασε αµέσως από το «µην αγγίζετε τη Δικαιοσύνη» στο η Δικαιοσύνη κουκουλώνει τα θέµατα και είναι υποχείριο της κυβέρνησης. Μάλιστα ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ απαίτηση από τον Άρειο Πάγο να αλλάξει την απόφασή του και ο Νίκος Ανδρουλάκης έκανε λόγο για εκτροπή.
Σε αυτό ακριβώς πάτησε ο Άδωνις Γεωργιάδης, απαντώντας στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Ο υπουργός Υγείας κατηγόρησε τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι, ενώ τον εγκαλούσε ως «αντιθεσµικό», επιτέθηκε ο ίδιος στη Δικαιοσύνη επειδή δεν του άρεσε η απόφαση τουεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Υποστήριξε επίσης ότι ο κ. Ανδρουλάκης άφησε να εννοηθεί πως ο κ. Τζαβέλλας ελέγχεται, από την κυβέρνηση που τον διόρισε. Και εδώ ο κ. Γεωργιάδης έβαλε στο τραπέζι ένα κρίσιµο επιχείρηµα. Από το 2024, µε νόµο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, οι ίδιοι οι δικαστές και εισαγγελείς ψηφίζουν σε µυστική διαδικασία ποιον επιθυµούν να προαχθεί στις ανώτατες θέσεις, και ο κ. Τζαβέλλας εξελέγη πρώτος σε ψήφους, µε την κυβέρνηση κατά τον υπουργό απλώς να διορίζει αυτόν που οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί επέλεξαν.
Το να καταγγέλλει την δικαιοσύνη ένα κόµµα ανάλογα µε τις αποφάσεις που βγάζει δεν είναι πρωτόγνωρο σύµπτωµα της παρούσας περιόδου.
Το ίδιο έργο το έχουµε δει πολλές φορές. Όταν το Ειδικό Δικαστήριο καταδίκασε τον Νίκο Παππά για την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, το ΠΑΣΟΚ έσπευσε να δηλώσει ότι η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε και µίλησε και για πολιτική ευθύνη στον Αλέξη Τσίπρα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, όµως, η απόφαση τότε δεν ήταν απλώς µια δικαστική κρίση. Εντασσόταν στο αφήγηµα της πολιτικής δίωξης. Μάλιστα ο κ. Παππάς αν και καταδικάστηκε µε 13 µηδέν στη δήλωση του τότε είπε µεταξύ άλλων ότι “δεν θα αποφασίσουν κάποιοι δικαστές, αλλά ο ελληνικός λαός, ο οποίος θα φέρει δικαιοσύνη παντού”. Όταν πριν από λίγες µέρες ο κύριος Παππάς αθωώθηκε από πληµµελειοδικείο για την υπόθεση Μιωνή µίλησε για δικαίωση και κατάρρευση των µεθοδεύσεων Μητσοτάκη. Ανάλογη ήταν και η στάση των κοµµάτων στην υπόθεση Novartis.
Μάλιστα όταν µετά από χρόνια ταλαιπωρία των εµπλεκοµένων προσώπων αποφασίστηκε η άρση της προστασίας των δύο προστατευόµενων µαρτύρων, ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήρισε την απόφαση «ταφόπλακα» στον θεσµό της προστασίας µαρτύρων.
Δεν την αντιµετώπισε ως µια δικαστική κρίση µε την οποία διαφωνεί, αλλά ως θεσµική υπονόµευση. Από την άλλη πλευρά,για τη Νέα Δηµοκρατία η ίδια εξέλιξη αξιοποιήθηκε ως πολιτική αποκατάσταση απέναντι στο αφήγηµα της «σκευωρίας».
Το πρόβληµα, λοιπόν, δεν είναι η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις. Αυτή είναι θεµιτή, ειδικά όταν τεκµηριώνεται νοµικά και πολιτικά. Το πρόβληµα είναι η επιλεκτική θεσµικότητα. Δεν γίνεται να θεωρείς ιερόσυλη κάθε κριτική στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και, λίγες ηµέρες µετά, να πυροβολείς πολιτικά τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επειδή η κρίση του δεν εξυπηρετεί τη δική σου πολιτική µάχη. Δεν γίνεται να επικαλείσαι τη Δικαιοσύνη ως απόδειξη όταν καταδικάζει τους αντιπάλους σου και να την απονοµιµοποιείς όταν δεν επιβεβαιώνει τις δικές σου καταγγελίες και να ζητάς να αλλάξει την απόφασή της.
Η αλήθεια είναι άβολη για όλους. Στην Ελλάδα τα κόµµατα συχνά δεν σέβονται τη Δικαιοσύνη ως θεσµό αλλά τη σέβονται µόνο ως βολικό για εκείνα αποτέλεσµα. Αν η απόφαση βολεύει, έχουµε κράτος δικαίου. Αν δεν βολεύει, έχουµε παρακράτος, κουκούλωµα ή συναλλαγή. Έτσι, όµως, η δηµόσια εµπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν ενισχύεται. Διαβρώνεται. Και το πολιτικό σύστηµα µε τη συµπεριφορά του συµβάλλει σε αυτή τη διάβρωση.
Το κράτος δικαίου δεν µπορεί να είναι µενού επιλογών. Οφείλεις να το υπερασπίζεσαι πάντα και όχι αλλά καρτ

