Ένα love letter για το μικρό Βερολίνο, τη Θεσσαλονίκη του ογδόντα

By
4 Min Read

Κάποιος, κάπου, κάποτε δήλωσε ότι αν θυμάσαι τα σίξτις, τότε ξεκάθαρα δεν τα ‘χεις βιώσει!
Κάπως έτσι πάνω κάτω, στα αμερικάνικα ακούγονται πολύ πιο ντρέτα τα αποφθέγματα. Όπως με πόνο διαπίστωσε και ο Κασσελάκης…
Τέλος πάντων, για να το πάω στα δικά μας, μιας και στο ελληνικό απευθύνομαι και το ελληνικό κοινό με πληρώνει (μέσω θείου Τάκη, αλλά ντάξ), κάτι αντίστοιχο θα μπορούσα να καταθέσω κι εγώ για τη δεκαετία του ογδόντα στη Σαλονίκη:
Μην ισχυριστείς ότι θυμάσαι όλα όσα συνέβησαν και διαδραματίστηκαν στην αβανγκάρντ, αντεργκράουντ, προχώ και γενικότερα νεανική κουλτούρα της πόλης στα έιτις, γιατί ψέματα θα λες!
Ήταν τέτοιο το σφρίγος, τέτοια η ανάταση, τέτοια η αντάρα, τέτοιος ο κουρνιαχτός που σάρωσε το Θερμαϊκο και μεταμόρφωσε την έως τότε κοιμισμένη συμπρωτεύουσα (μαλάκες Αθηνέζοι…) σε μικρό Βερολίνο, που όσο και να ήθελες να απλώσεις δίχτυα παντού και να ρουφήξεις μέχρι το μεδούλι τη φαντασμαγορία δεν γινόταν να τα καταφέρεις. Άσε που η μνήμη πήγαινε βόλτα συχνά πυκνά, τη βοηθεία δυνατών κρασιών για τους γενναίους της ηδονής.

Αλλά μπορώ να πω κάτι και θα το πω με λίγα λόγια:
Η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ογδόντα δεν ήταν πόλη ερωτική, ήταν πόλη εκρηκτική!
Στο πετσί σου το ‘νιωθες, στο αίμα σου μέσα μιλούσε. Μια τρέλα, μια παράνοια, με τον παραγωγικό ιστό των μικρομεσαίων να καταστρέφεται από τη μία και το χρήμα ΠΑΣΟΚ να ρέει από την άλλη. Έργο ΕΟΚ αμφότερα, δεν ξέραμε τότε που θα μας βγάλει η τσάρκα και σαράντα χρόνια αργότερα μπορεί να το μετανιώσαμε κιόλας, αλλά εκείνη την εποχή έβραζε ο τόπος και η πιτσιρικαρία διεκδικούσε με νύχια και δόντια το μερτικό της στη χαρά και στην απόλαυση. Μετά από τριάντα χρόνια εμφυλιοπολεμικής καντήφλας, μετά από τριάντα χρόνια θρησκευτικής μιζέριας, μετά από τριάντα χρόνια που η αληθινή πρωτεύουσα των Βαλκανίων, μια πόλη που κοίταζε πάντοτε προς τα πάνω, είχε υποχρεωθεί σε ρόλο υπηρέτριας της Αττικής. Θα τιναζόταν κάποια στιγμή το καπάκι της χύτρας και τινάχτηκε…
Επισκέπτης ήμουν εγώ, τα κατάφερα όμως να αναπνεύσω αυτό τον ανεπανάληπτο Βαρδάρη της απρόσμενης αλεγρίας. Και θα μπορούσα να διηγούμαι ανέκδοτα για ώρες ολόκληρες (ναι, κάτι θυμάμαι, έβαλε το χεράκι της η δυσανεξία μου σε ορισμένες ουσίες!), αλλά δεν έχει πολύ νόημα και, εν τέλει, καμιά γραφίδα δεν αποδίδει το πέρασμα στη φλέβα μια ανύποπτης βροχής ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα. Έπρεπε να ήσουν εκεί για να μπεις άνθρωπος, να εξέλθεις φρύγανo και να πεις ακολούθως ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στο Θεό (σε κάποιο Θεό, τέλος πάντων) που σε αξίωσε να το ζήσεις.
Τελεία.
Και έρχεται τώρα ο έξυπνος της τάξης, εκείνος που πάντοτε κάρφωνε στη δασκάλα ποιος γελάει πίσω απ’ την πλάτη της, να με ρωτήσει:
Και τι μας νοιάζουν όλα αυτά ρεπόρτερ Ξανθάκη;
Θα απαντήσω ότι φυσικά και σε νοιάζουν ρε μπαγλαμά, γιατί άμα δεν κοιτάς πίσω δεν μπορείς να βλέπεις μπροστά. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι σου ετοιμάζουν και να πας ανάποδα. Με στρεβλό τρόπο έστω, με μια βουτιά στις φλόγες, με τη σπατάλη της νεότητας con gusto.
Μια φορά κι έναν καιρό, οι Ιταλοί φωνάζανε “δεν θα πεθάνουμε Χριστιανοδημοκράτες”.
Στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ογδόντα, οι πιτσιρικάδες ουρλιάξανε “δεν θα πεθάνουμε αζαχάρωτοι”.
Και του δώσανε και κατάλαβε!

Υ.Γ.: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αγαπημένο συνάδελφο και φίλο Γιώργο Τούλα από τη Parallaxi της συμπρωτευούσης (μαλάκες Αθηνέζοι…), που μου έδωσε την αφορμή για το παρόν κείμενο. Ξέρει αυτός.

The post Ένα love letter για το μικρό Βερολίνο, τη Θεσσαλονίκη του ογδόντα appeared first on Newpost.gr.

Share This Article