
Όταν πέθανε ο μπαμπάς, δεν ασχολήθηκα καθόλου με τα περιεχόμενα του γραφείου του.
Συμβαίνουν αυτά άμα χάνεις τον άνθρωπό σου από καρκίνο, δεν πάει εκεί το μυαλό.
Άλλωστε ζούσε ακόμη η μαμά, άγρυπνος φύλακας του σπιτιού μας στα Τρίκαλα.
Ώσπου τη χάσαμε κι αυτή, με τρόπο εξίσου οδυνηρό…
Πέρασε κάποια στιγμή το πρώτο σοκ, ξεκίνησε το ξεκαθάρισμα.
Ιματισμός, λευκά είδη, κλινοσκεπάσματα πήραν το δρόμο τους.
Άνοιξα και του μπαμπά τα κιτάπια.
Δεν βρήκα πολλά, ο Αρχοντής δεν ήταν μαζώχτρα.
Φωτογραφίες οικογενειακές κυρίως, με πρόσωπα που δεν υπήρχε ούτε μία περίπτωση ν’ αναγνωρίσω αν δεν έγραφαν από πίσω ονόματα.
Συν, το πρώτο πτυχίο του αδερφού μου στα αγγλικά, το πρώτο το δικό μου, καναδυο άρθρα που είχε γράψει στα “Τρικαλινά Νέα” για εκλιπόντες συναδέλφους, πεντέξι αποκόμματα εφημερίδων για το χωριό του τα Κανάλια Καρδίτσης, τέτοια.
Κι ένα πιστοποιητικό…
“Ελληνική Δημοκρατία, Νομαρχία Τρικάλων, Διεύθυνση Εσωτερικών, Τμήμα Αποκαταστάσεως, αριθμός πρωτοκόλλου 13145:
Πιστοποιείται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 971/1949, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα και του Ν.1285/1982, ο Αρχοντής ήταν μέλος των Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων της ΕΠΟΝ, από τις 31 Μαρτίου του 1943 ως τις 18 Οκτωβρίου του 1944.
Τρίκαλα 17 Ιουλίου 1986”.
Το μόνο της ζωής του παράσημο, που θα έλεγε κι ο άλλος…
Ναι, παράσημο ανεκτίμητο, και το ήθελε όσο τίποτε.
Ήθελε αυτή την ελάχιστη έστω αναγνώριση, για τον αγώνα τον καλό κόντρα στους κτηνώδεις κατακτητές.
Για έναν αγώνα που τον πλήρωσε με φόρο βαρύ η οικογένειά μας:
Το ανταρτοχώρι των Καναλίων Καρδίτσης βομβαρδίστηκε από δεκατρία γερμανικά Γιούνκερ ανήμερα της Παναγίας το 1943, με αποτέλεσμα να χάσουν τις ζωές τους εικοσιένα άνθρωποι.
Ανάμεσά τους η γιαγιά μου η Εριφύλη και η θεία μου η Λευκοθέα, νέο κορίτσι.
Μετράω στις απώλειες και την προγιαγιά μου την Κοκόλαινα, που ως προύχοντας του χωρίου Τσούρχλι των Γρεβενών πήγε να ζητήσει το λόγο απ’ τους Γερμανούς για κάτι ασχήμιες που είχαν κάνει στην περιοχή.
Τη δολοφόνησαν επί τόπου…
Ιστορίες από μια εποχή του σκότους και του ζόφου, ιστορίες που ακολουθούν πολυάριθμες ελληνικής φαμίλιες.
Μια κουβέντα ν’ ανοίξεις για τις θηριωδίες της Κατοχής, θ’ ακούσεις δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες “κι εμείς”.
Κι εμείς θρηνούμε.
Κι εμείς πονάμε.
Κι εμείς δεν ξεχνάμε.
Δεν είναι δυνατόν να λησμονήσουμε πως κάποιοι και κάποιες έδωσαν αίμα και ψυχή και τις ζωές τους τις ίδιες για να είναι αυτόν ο τόπος κάτι παραπάνω από μια απλή κουκίδα στο χάρτη.
Για να είναι κάτι παραπάνω από αχνή ανάμνηση αρχαίων μεγαλείων.
Για να είναι κάτι παραπάνω από νταμάρι φαιό, όπου ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι…
Θα μου πεις, το κατάφεραν;
Θα σου απαντήσω ότι κανείς δεν μπήκε στην αντίσταση για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Στην αντίσταση μπήκαν όσοι και όσες μπήκαν, γιατί δεν μπορούσαν να ζούνε με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια κλειστά και με τα χείλη σφραγισμένα.
Γιατί δεν μπορούσαν να τρώνε σκατά πρωί, μεσημέρι, βράδυ.
Έχεις τ’ άντερα να το κάνεις;
Βγες μπροστά!
Δεν τα ‘χεις;
Κάτσε σπίτι και μέτρα πενηνταράκια.
Κάποια στιγμή μπορεί να σε φτάσουν, για ν’ αγοράσεις καινούριο ατμοσίδερο…
Υ.Γ.: Ο τίτλος προέρχεται από την ποιητική συλλογή του Ντίνου Χριστιανόπουλου και εξηγεί τη θέρμη με την οποία ουκ ολίγοι αντιστασιακοί αγκάλιασαν τον Αντρέα Παπανδρέου. Γι’ αυτό το χαρτί, το παλιόχαρτο της Νομαρχίας Τρικάλων…

