
Στο ξεκίνημα της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτης Δουδωνής έδωσε από την πρώτη φράση το πλαίσιο: το ΠΑΣΟΚ, όπως είπε, δεν «τρέχει πίσω» από την πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού, γιατί την κουβέντα την έχει ανοίξει το ίδιο εδώ και καιρό με δικές του δράσεις και εκδηλώσεις. Δηλαδή, δεν αποδέχεται τον ρόλο του κομπάρσου σε μια θεσμική ατζέντα που επιχειρεί να “σφραγίσει” το Μαξίμου.
Η βασική θέση για την αναθεώρηση: όχι 180 στην πρώτη Βουλή
Η κεντρική του ένσταση ήταν καθαρή: το ΠΑΣΟΚ θα συμμετάσχει στη συζήτηση, αλλά δεν δίνει τώρα την αυξημένη πλειοψηφία στην προτείνουσα Βουλή. Και εξήγησε το γιατί χωρίς διπλωματίες: η «λογική» των αυξημένων πλειοψηφιών πρέπει να μεταφερθεί στη δεύτερη, την αναθεωρητική Βουλή, ώστε να μην γίνεται παιχνίδι τακτικής από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Μάλιστα, το πήγε ένα βήμα πιο πέρα θεσμικά: άφησε να εννοηθεί ότι χρειάζεται αλλαγή και στο άρθρο 110, ώστε να αποφεύγονται οι “εναλλασσόμενες” πλειοψηφίες (180 στην πρώτη – 151 στη δεύτερη). Με απλά λόγια, είπε ότι έτσι όπως λειτουργεί το σύστημα σήμερα, δίνει κίνητρο στην κυβέρνηση να “στήνει” τους όρους και να μετατρέπει την αναθεώρηση σε πεδίο κομματικής σκοπιμότητας, όχι εθνικής συμφωνίας.
Το παράδειγμα που χρησιμοποίησε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας
Για να δείξει τι εννοεί, έφερε ως παράδειγμα την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Περιέγραψε μια διαδικασία που ξεκίνησε με μια κατεύθυνση και κατέληξε να επιτρέπει εκλογή ακόμα και με σχετική πλειοψηφία, κάτι που κατά τη γνώμη του οδηγεί σε «πλήρη απαξίωση του θεσμού». Εκεί ήταν και η πρώτη “καρφίτσα” προς την κυβερνητική αξιοπιστία: υπαινίχθηκε ότι ειπώθηκαν άλλα, έγιναν άλλα, και τελικά έκλεισε η συζήτηση με τρόπο που δεν τιμά την ανάγκη συναινέσεων.
«Η κάμψη είναι προϊόν εσωκομματικής αναταραχής»
Όταν η κουβέντα πήγε στο ΠΑΣΟΚ και στη δημοσκοπική πίεση, δεν το απέδωσε σε «γενικό κλίμα» ή σε κοινωνική μετατόπιση. Ήταν απόλυτος: η κάμψη που φαίνεται τις τελευταίες εβδομάδες, είπε, συνδέεται με εσωκομματική αναταραχή.
Και εδώ έκανε τη διάκριση που δίνει και την πολιτική είδηση: υποστήριξε ότι αυτή η αναταραχή δεν πατάει σε ουσιαστική πολιτική διαφωνία, αλλά σε μετακινήσεις, πρόσωπα και φιλοδοξίες. Υπάρχουν “ονόματα”, είπε, αλλά ο ίδιος δεν μπήκε στη λογική «ο ένας – ο άλλος», χαρακτηρίζοντας τέτοιου τύπου κουβέντα μικροκομματική.
“Nα ξαναχτίσουμε το σπίτι”
Παρουσίασε την αγωνία μιας γενιάς νέων στελεχών, που μπήκαν για να «ξαναχτίσουν το σπίτι» και όχι για να γίνουν γρανάζι εσωτερικών μηχανισμών. Εκεί έδεσε και την πιο βαριά φράση της βραδιάς φωτογραφίζοντας Γερουλάνο- Δούκα,:
- «Το ΠΑΣΟΚ δεν μοιράζεται σε τιμάρια» (την απέδωσε στον Ανδρέα Παπανδρέου)
και αμέσως μετά το μετέφρασε πολιτικά: - «Τιμαριούχους και βαρώνους δεν μπορούμε να δεχθούμε».
Με αυτή τη φράση έδωσε “στίγμα” και σε όσους στο εσωτερικό εμφανίζονται ως κέντρα ισχύος, αλλά και σε όσους λειτουργούν σαν να έχουν ιδιοκτησιακή σχέση με το κόμμα.
«Μην ξανανοίγουμε το έργο του 2023»
Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος έκανε την αναλογία με το 2023 και την πίεση “με ποιον θα μιλήσετε – με τον Τσίπρα;”. Εκεί ο κ. Δουδωνής πήγε σε πολιτική μνήμη και εμπειρία: είπε πως την κουβέντα αυτή την έχει ζήσει, τη θεωρεί παλιά παγίδα, και πως τέτοια σενάρια χρησιμοποιούνται για να “φουσκώνουν” ή να “ξεφουσκώνουν” κόμματα.
Και για να στηρίξει την άποψή του, έφερε προσωπικό στοιχείο: θύμισε ότι ως γραμματέας πολιτικού σχεδιασμού τότε είχε κεντρική ευθύνη για την εκλογική μάχη και ότι, παρά τις προβλέψεις καταστροφής, το ΠΑΣΟΚ δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, είπε ωμά ότι κατέρρευσε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας, γιατί το ΠΑΣΟΚ πήγε ενωμένο με καθαρή γραμμή.
Το “κόκκινο πανί”: «Δεν μπορεί να συζητήσει το ΠΑΣΟΚ με τον Τσίπρα»
Εδώ ήταν η πιο καθαρή πολιτική του τομή. Είπε ότι ακούει συνεχώς γενικές εκκλήσεις για «προοδευτικές δυνάμεις», αλλά όταν ρωτάς ποιον εννοούν, δεν παίρνεις συγκεκριμένη απάντηση. Και όταν η κουβέντα γίνεται συγκεκριμένη, έβαλε ο ίδιος το όριο:
- Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να συζητήσει με τον Αλέξη Τσίπρα.
Είπε ότι γνωρίζει από την επαφή του με στελέχη/μέλη στην Ελλάδα ποια είναι η στάση τους απέναντι στον Τσίπρα, και την περιέγραψε ως αντίστοιχη με το γενικό κλίμα της κοινωνίας.
Κράτησε όμως ένα παράθυρο αξιοπρέπειας: ανέφερε ότι υπάρχουν προσωπικότητες στον χώρο του κέντρου και της αριστεράς με θετικό αποτύπωμα, αλλά άλλο αυτό και άλλο “τεχνητές” διαφοροποιήσεις και συζητήσεις που γίνονται σαν αυτοπαρατήρηση, χωρίς δουλειά για να αλλάξει η εικόνα.

