Αυτή η αίσθηση επιβεβαιώνεται και από τις απαντήσεις στην ερώτηση για τη διαφθορά. Ενα εντυπωσιακό 40,9% πιστεύει ότι «όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ) εμπλέκονται εξίσου σε πρακτικές διαφθοράς», ενώ το 30,4% στρέφεται κυρίως κατά της Νέας Δημοκρατίας –ποσοστό αναμενόμενο δεδομένης της τρέχουσας κυβερνητικής θέσης. Μόλις το 0,8% κατηγορεί κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ και το 4,8% κυρίως το ΠΑΣΟΚ.
«Όλοι ίδιοι» στη συνείδηση των πολιτών – Η διαφθορά βαραίνει συνολικά τα κόμματα εξουσίας
Η εικόνα γενικευμένης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος επιβεβαιώνεται πλήρως και από τις απαντήσεις στο ερώτημα της δημοσκόπησης για τη διαφθορά. Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά για το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης που διαπερνά την ελληνική κοινωνία και ξεπερνά τις παραδοσιακές κομματικές γραμμές.
Συγκεκριμένα, ένα εντυπωσιακό 40,9% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει –η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ– εμπλέκονται εξίσου σε πρακτικές διαφθοράς. Πρόκειται για το ισχυρότερο μήνυμα της έρευνας: στη συλλογική αντίληψη των πολιτών, η διαφθορά δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος, αλλά χαρακτηριστικό της ίδιας της εξουσίας.

Παράλληλα, το 30,4% στρέφει τα βέλη του κυρίως κατά της Νέας Δημοκρατίας, ποσοστό που θεωρείται αναμενόμενο, καθώς το κυβερνών κόμμα φέρει εκ των πραγμάτων το βάρος της τρέχουσας πολιτικής ευθύνης και της διαχείρισης των πρόσφατων σκανδάλων. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το εύρημα δεν αναιρεί το βασικό συμπέρασμα: η πλειοψηφία δεν «αθωώνει» κανέναν από τους βασικούς πυλώνες του μεταπολιτευτικού συστήματος.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά που αποδίδουν τη διαφθορά κυρίως στην αντιπολίτευση. Μόλις 0,8% θεωρεί ότι ευθύνεται πρωτίστως ο ΣΥΡΙΖΑ και 4,8% το ΠΑΣΟΚ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εκφράζεται πια με όρους εναλλαγής προσώπων ή κομμάτων, αλλά με όρους συνολικής απονομιμοποίησης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ένα 21,6% αντιμετωπίζει τη διαφθορά ως «θεσμικό και όχι κομματικό φαινόμενο» – μια απάντηση που αντανακλά μια βαθύτερη απογοήτευση από τη λειτουργία του κράτους.
Συνέπεια αυτής της αίσθησης είναι εξίσου ενδεικτική: στην ερώτηση «ποιος μπορεί να καταπολεμήσει τη διαφθορά», το 39,7% απαντά «ένα νέο κόμμα», ενώ μόλις το 18,8% εμπιστεύεται τη σημερινή κυβέρνηση, ένα 20,7% κάποιο άλλο υπάρχον κόμμα, και μόλις το 5,4% την αξιωματική αντιπολίτευση. Η αντιστοιχία αυτής της ερώτησης με εκείνη του Ιανουαρίου, όπου το 43,7% δήλωνε ότι μόνο ένα «νέο κόμμα» μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση, επιβεβαιώνει μια σταθερή τάση: η δεξαμενή της δυσαρέσκειας παραμένει μεγάλη, αλλά δεν έχει βρει ακόμα πολιτική έκφραση.

Ψηφίζουν αρχηγικό κόμμα
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι και το νέο ερώτημα της δημοσκόπησης της Real Polls που αφορά τα κίνητρα ψήφου, καθώς φωτίζει όχι μόνο το «τι» σκέφτονται να ψηφίσουν οι πολίτες, αλλά κυρίως το «γιατί». Τα ευρήματα σκιαγραφούν ένα εκλογικό σώμα αποσυνδεδεμένο από τις παραδοσιακές κομματικές σχέσεις και βαθιά προβληματισμένο για την κατεύθυνση του πολιτικού συστήματος.
Σύμφωνα με τη μέτρηση, το 39,9% δηλώνει ότι η επιλογή του θα είναι μια ψήφος εμπιστοσύνης σε κόμμα ή αρχηγό, ποσοστό που δείχνει ότι η έννοια της πολιτικής ταύτισης παραμένει ζωντανή, αλλά πλέον δεν είναι κυρίαρχη. Αντίθετα, ένα 35,7% τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ μιας ψήφου για αλλαγή κυβέρνησης, ανεξαρτήτως του ποιος θα την εκφράσει, υπογραμμίζοντας την κόπωση από τη σημερινή πολιτική κατάσταση.
Ακόμη πιο ενδεικτικά της κοινωνικής διάθεσης είναι τα ποσοστά που σχετίζονται με τη διαμαρτυρία. Ένα 9,8% δηλώνει ότι θα ψηφίσει με καθαρά τιμωρητικό χαρακτήρα απέναντι στην κυβέρνηση, χωρίς κομματικά φίλτρα, ενώ ένα επιπλέον 9,8% εμφανίζεται διατεθειμένο να προσέλθει στην κάλπη μόνο αν υπάρξει κάποιο νέο κόμμα εκτός συστήματος. Πρόκειται για ένα κοινό που δεν αναζητά απλώς εναλλαγή εξουσίας, αλλά ρήξη με το υπάρχον πολιτικό πλαίσιο.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα –και πολιτικά αποκαλυπτικά– ευρήματα της νέας δημοσκόπησης της Real Polls αφορά τη μάχη για τη δεύτερη θέση. Η ανάλυση δείχνει ότι δεν υπάρχει μία κοινή ανάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας, αλλά δύο παράλληλα σύμπαντα, ανάλογα με το αν οι ερωτώμενοι δηλώνουν ψηφοφόροι της Νέα Δημοκρατία ή όχι.
Ποιος θα έρθει δεύτερος – η «μέση εικόνα»
Στο σύνολο του δείγματος, στην ερώτηση «ποιο κόμμα πιστεύετε ότι θα έρθει δεύτερο», το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ προηγείται με 30,4%, επιβεβαιώνοντας ότι παραμένει ο βασικός θεσμικός πόλος της αντιπολίτευσης. Ακολουθεί το πιθανολογούμενο κόμμα Καρυστιανού με 14,9%, η Πλεύση Ελευθερίας με 9,8%, ενώ το ενδεχόμενο κόμμα Τσίπρα έπεται με 9,3%.
Πίσω από αυτή την «εικόνα μέσου όρου», όμως, κρύβονται δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά τοπία.

Οι ψηφοφόροι της ΝΔ «βλέπουν» ΠΑΣΟΚ
Μεταξύ των ψηφοφόρων της ΝΔ, η εικόνα είναι σχεδόν μονοχρωματική. Ένα εντυπωσιακό 60,4% θεωρεί ότι το ΠΑΣΟΚ θα είναι δεύτερο κόμμα, στοιχείο που αποτυπώνει τόσο την κλασική πολιτική λογική της Κεντροδεξιάς (κύριος αντίπαλος ένα κόμμα του Κέντρου–Κεντροαριστεράς), όσο και μια ρεαλιστική εκτίμηση ότι ο αντισυστημικός κατακερματισμός δεν μπορεί να παράξει αξιόπιστο διεκδικητή.
Στο ίδιο ακροατήριο, το κόμμα Καρυστιανού περιορίζεται στο 8,7%, το κόμμα Τσίπρα στο 4,4%, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας μόλις στο 3,1%. Η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρη: ένα κλασικό δίπολο ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, χωρίς σοβαρό «τρίτο παίκτη».

Οι μη-ΝΔ ψηφοφόροι βλέπουν πολυδιάσπαση
Ακριβώς αντίθετη είναι η εικόνα μεταξύ όσων δεν δηλώνουν ψηφοφόροι της ΝΔ. Εδώ, το πολιτικό τοπίο είναι πολυκερματισμένο. Το ΠΑΣΟΚ μεν προηγείται, αλλά με μόλις 20,8%, ακολουθούμενο πολύ κοντά από το κόμμα Καρυστιανού (16,9%), την Πλεύση Ελευθερίας (12%), το κόμμα Τσίπρα (10,9%) και την Ελληνική Λύση (8%).
Κανένα κόμμα δεν ξεφεύγει, κανένα δεν μπορεί να συσπειρώσει. Η αντιπολίτευση μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια άτυπη πενταπλή ισοπαλία, ενώ ένα καθόλου αμελητέο 18% απαντά «δεν γνωρίζω». Η αβεβαιότητα είναι δομική.

«Ποιο κόμμα θα ψηφίζατε για να έρθει δεύτερο»
Η διάσταση γίνεται ακόμη πιο καθαρή στο ερώτημα της προσωπικής πρόθεσης. Μεταξύ ψηφοφόρων της ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 50,6%, με τεράστια διαφορά από όλους τους υπόλοιπους. Ακολουθεί η Ελληνική Λύση με 6,7%, ενώ το κόμμα Καρυστιανού μένει στο 4,7%, εύρημα που δείχνει τα όρια της διείσδυσής του στη δεξαμενή της Κεντροδεξιάς. Το κόμμα Τσίπρα και η Πλεύση Ελευθερίας περιορίζονται στο 1% έκαστο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το 28,7% που απαντά «κανένα από τα παραπάνω», ένδειξη ότι ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων της ΝΔ δεν επιθυμεί κανέναν αξιόπιστο αντίπαλο ή θεωρεί ότι καμία αντιπολίτευση δεν αξίζει να ενισχυθεί.
Στους μη-ΝΔ ψηφοφόρους, η εικόνα είναι σχεδόν ισοπεδωτική: το κόμμα Καρυστιανού προηγείται οριακά με 13,1%, ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ (11,6%), το κόμμα Τσίπρα (11,5%), η Πλεύση Ελευθερίας (10,1%), η Ελληνική Λύση (9,3%) και το ΚΚΕ (8,4%). Έξι δυνάμεις σε απόσταση αναπνοής. Και εδώ, ένα υψηλό 24,3% απαντά «κανένα».

Το «ταβάνι» Τσίπρα ανεβαίνει οριακά
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία έχουν και τα ευρήματα που αφορούν το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος με αρχηγό τον Αλέξη Τσίπρα, καθώς φωτίζουν με ακρίβεια τα όρια αλλά και τις αντοχές της προσωπικής του απήχησης στο σημερινό εκλογικό σώμα.
Στην ερώτηση «πόσο πιθανό είναι να ψηφίσετε ένα κόμμα του οποίου αρχηγός θα είναι ο Αλέξης Τσίπρας», καταγράφεται μια μικρή αλλά υπαρκτή ανακατανομή. Το 10,9% απαντά «πολύ πιθανό», υπερδιπλασιάζοντας το αντίστοιχο ποσοστό του Ιανουαρίου (4,6%), ενώ ένα 6,3% δηλώνει «αρκετά πιθανό», μειωμένο όμως από το 11,4% της προηγούμενης μέτρησης. Το άθροισμα των θετικών απαντήσεων ανεβάζει το συνολικό «ταβάνι» στο 17,2%, από 16% τον Ιανουάριο.
Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι είναι «καθόλου πιθανό» να ψηφίσουν ένα κόμμα με αρχηγό τον Αλέξη Τσίπρα αυξάνεται αισθητά, φτάνοντας το 71,6%, από 67,9% έναν μήνα νωρίτερα.

Αν τον Ιανουάριο η κυρία Καρυστιανού κατέγραφε μια εντυπωσιακή εκκίνηση, τον Φεβρουάριο η εικόνα αρχίζει να αλλάζει. Στην ερώτηση «πόσο πιθανό είναι να ψηφίσετε ένα κόμμα της Καρυστιανού», το 10,8% απαντά «πολύ πιθανό» (σχεδόν αμετάβλητο από 9,3%) και 9,8% «αρκετά πιθανό» — αλλά αυτό αντιπροσωπεύει δραματική πτώση σε σχέση με τον Ιανουάριο, όπου το «μάλλον ναι» έφτανε στο 18,3%. Συνολικά, η θετική πρόθεση για κόμμα Καρυστιανού πέφτει από 27,6% σε 20,6%, ενώ το «καθόλου πιθανό» εκτινάσσεται από 52% σε 61,8%.

Το υποθετικό σενάριο αλλαγής ηγεσιών αποκαλύπτει ποια κόμματα στέκονται στα πόδια τους και ποια καταρρέουν χωρίς τον αρχηγό τους.
Η καθιερωμένη πλέον ερώτηση της Real Polls για το υποθετικό σενάριο στο οποίο όλα τα κόμματα θα είχαν διαφορετικό αρχηγό λειτουργεί για ακόμη μία φορά ως ακτινογραφία του αρχηγοκεντρικού χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά και σε ορισμένες περιπτώσεις αποκαλυπτικά για τα πραγματικά όρια –και τις αδυναμίες– των κομμάτων.
Η Νέα Δημοκρατία χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη υποχωρεί στο 22,7% στην πρόθεση ψήφου, από 24,5% στη βασική μέτρηση. Πρόκειται για μια σχετικά περιορισμένη πτώση, η οποία υποδηλώνει ότι η ψήφος στη ΝΔ παραμένει σε μεγάλο βαθμό κομματική και όχι αποκλειστικά προσωποκεντρική. Με άλλα λόγια, το κόμμα διατηρεί έναν σκληρό πυρήνα στήριξης που δεν εξαρτάται απολύτως από την ηγεσία.
Εντελώς διαφορετική είναι η εικόνα στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Χωρίς τον Νίκο Ανδρουλάκη, το κόμμα εκτινάσσεται στο 15,6%, από 8,7% στην κανονική πρόθεση ψήφου. Το εύρημα αυτό επαναλαμβάνει σχεδόν ταυτόσημα την εικόνα του Ιανουαρίου (15,7%) και δείχνει καθαρά ότι, για ένα σημαντικό τμήμα δυνητικών ψηφοφόρων, η σημερινή ηγεσία λειτουργεί περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως πολιτικό κεφάλαιο. Πρόκειται ίσως για το πιο πολιτικά «ηχηρό» συμπέρασμα της μέτρησης.
Στον αντίποδα, η Πλεύση Ελευθερίας χωρίς την Ζωή Κωνσταντοπούλου ουσιαστικά εξαερώνεται, καταγράφοντας μόλις 0,9%, από 8,4%. Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα του κόμματος, το οποίο φαίνεται να ταυτίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά με την αρχηγό του.
Σημαντική πτώση καταγράφει και η Ελληνική Λύση χωρίς τον Κυριάκο Βελόπουλο, καθώς περιορίζεται στο 3,3%, από 6,6%. Και εδώ, η εικόνα παραπέμπει σε ένα κόμμα όπου η ηγεσία αποτελεί τον βασικό συνεκτικό ιστό.
Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς τον Σωκράτη Φάμελλο εμφανίζεται ενισχυμένος, ανεβαίνοντας στο 6,4%, από 3,9%. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι και στην περίπτωση της Κουμουνδούρου η σημερινή ηγεσία λειτουργεί ως τροχοπέδη για την εκλογική απήχηση του κόμματος, ενισχύοντας την εικόνα εσωτερικής κρίσης και έλλειψης πειστικής καθοδήγησης.
