
Στην νέα δημοσκόπηση της GPO για τα «Παραπολιτικά», καταγράφεται έντονη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με το 39,8% να δηλώνει πολύ ή μάλλον απογοητευμένο. Παράλληλα, το 46,6% αναφέρει ότι η εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση έχει μειωθεί, έστω και σε κάποιο βαθμό, ως άμεση συνέπεια των εξελίξεων.
Η εικόνα αυτή ενισχύεται από τα ευρήματα εντός της ίδιας της εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας: το 37,1% των ψηφοφόρων της εκφράζει την άποψη ότι οι θεσμοί του κράτους δικαίου έχουν αποδυναμωθεί, ενώ το 26,9% θεωρεί πως τα φαινόμενα διαφθοράς έχουν ενταθεί. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξανόμενης θεσμικής αμφισβήτησης.

Ως αποτέλεσμα, το 26,5% όσων είχαν στηρίξει τη Νέα Δημοκρατία στις τελευταίες ευρωεκλογές αξιολογεί πλέον αρνητικά το συνολικό κυβερνητικό έργο. Παρά το γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει πολιτικά αυτή τη φθορά, διατηρώντας έτσι ένα περιθώριο «επιστροφής» απογοητευμένων ψηφοφόρων, η δυσαρέσκεια παραμένει υπαρκτή και σταθερή σε ένα σημαντικό τμήμα της κομματικής βάσης. Ένα περίπου 20% κινείται σε μια «γκρίζα ζώνη», χωρίς σαφή πολιτικό προσανατολισμό.

Το βασικό πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι τα αρνητικά γεγονότα κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας την απήχηση θετικών πρωτοβουλιών και δυσκολεύοντας την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας. Σε αυτό το περιβάλλον, η κοινωνία εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική έως και αρνητικά προκατειλημμένη, αντιμετωπίζοντας τις μεταρρυθμιστικές κινήσεις όχι ως λύσεις, αλλά ως προσπάθειες αποπροσανατολισμού.
Μητσοτάκης: Έχει ακόμη τη δυνατότητα με τα δυναμικά μεσοστρώματα της κοινωνίας
Παρά τα παραπάνω, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με τα δυναμικά μεσαία στρώματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό τον αναγνωρίζουν ως πολιτικό εκφραστή τους. Στο πλαίσιο της πορείας προς τις εκλογές, αναμένεται η Νέα Δημοκρατία να εστιάσει εκ νέου σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα και οι ηλικίες 25-45 ετών, επιχειρώντας να ανακτήσει χαμένο έδαφος.
Αντίθετα, πιο δύσκολη προδιαγράφεται η επαναπροσέγγιση με τον αγροτικό κόσμο και τις κοινωνίες της περιφέρειας, όπου οι πρόσφατες κινητοποιήσεις άφησαν βαθύ αποτύπωμα. Παράλληλα, εντοπίζεται σαφής αδυναμία στη σχέση με τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα, τα οποία βιώνουν εντονότερα τις κοινωνικές ανισότητες και την ανασφάλεια, γεγονός που ενισχύει την αποστασιοποίησή τους από την κυβέρνηση.

