
Καταπέλτης ήταν ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, κατά την ομιλία του στη Βουλή, με αφορμή το αίτημα άρσης της ασυλίας του κατόπιν μήνυσης που κατέθεσε εναντίον του ο Κωνσταντίνος Πλεύρης. Ο κ. Κουτσούμπας ξεκαθάρισε πως δεν συναινεί στην άρση της ασυλίας του, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση ως ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα.
«Φαιδρός αντικομμουνιστής και φασίστα»
Ο επικεφαλής του ΚΚΕ χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για τον μηνυτή του, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Δεν θα είχε νόημα να ασχοληθούμε σοβαρά με έναν φαιδρό αντικομμουνιστή, αντισημίτη, φασίστα συνήγορο της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, σαν τον Κωνσταντίνο Πλεύρη».
Παράλληλα, εξέφρασε ερωτηματικά για τη στάση της Δικαιοσύνης, σχολιάζοντας το γεγονός ότι βρέθηκε εισαγγελέας να διαβιβάσει τη «συγκεκριμένη ψευδή και ανυπόστατη» κατηγορία στη Βουλή, κάνοντας λόγο για «απαράδεκτη απόπειρα πολιτικής δίωξης».
Η διαφάνεια στα οικονομικά και η προστασία των μελών
Απαντώντας επί της ουσίας για τα οικονομικά του κόμματος, ο κ. Κουτσούμπας τόνισε ότι το ΚΚΕ τηρεί όλες τις νόμιμες διαδικασίες. «Τα έσοδα από συνδρομές, εισφορές, δωρεές και κληρονομιές δηλώνονται, δημοσιοποιούνται στον ετήσιο ισολογισμό και ελέγχονται από ορκωτούς λογιστές και την Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής», σημείωσε.
Ωστόσο, ήταν κατηγορηματικός στο ζήτημα της ανωνυμίας των απλών μελών και φίλων του κόμματος. Ξεκαθάρισε ότι το ΚΚΕ αρνείται να δώσει λίστες με ονόματα και προσωπικά δεδομένα ανθρώπων που το ενισχύουν από το υστέρημά τους.
«Δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν να υποχωρήσουμε από αυτό, όπως προστάζει και η ίδια η ιστορία της χώρας, όπου άνθρωποι στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα επειδή είχαν πάνω τους κουπόνια του ΚΚΕ», υπογράμμισε, ζητώντας την κατάργηση της σχετικής διάταξης που μετατρέπει τα προσωπικά δεδομένα σε «φέιγ-βολάν». Μάλιστα, κατέθεσε στα πρακτικά φύλλο του «Ριζοσπάστη» με δημοσιευμένες δωρεές στη μνήμη αγωνιστών, ως απόδειξη διαφάνειας.
«Δικτατορία του Κεφαλαίου»
Στη δευτερολογία του, ο κ. Κουτσούμπας έδωσε ιδεολογικό στίγμα, χαρακτηρίζοντας τη σημερινή Δημοκρατία ως «στην πραγματικότητα Δικτατορία του Κεφαλαίου». Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ως όργανο των εφοπλιστών, των βιομηχάνων και των επιχειρηματικών ομίλων, ενώ κατήγγειλε τις οδηγίες της Ε.Ε. για κρατική παρέμβαση στο εσωτερικό των κομμάτων.
Τέλος, επέκρινε τα κόμματα που ζητούν την κατάργηση του βουλευτικού ακαταδίωκτου, σημειώνοντας πως αυτό θα οδηγούσε στο να σέρνονται οι βουλευτές στα δικαστήρια με κάθε ανυπόστατη μήνυση «του κάθε σεσημασμένου φασίστα».

