
Σε περιόδους πολέμου, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, εξελίσσεται πάντοτε ένας δεύτερος, αθέατος αλλά εξίσου κρίσιμος πόλεμος: ο πόλεμος της προπαγάνδας, της παραπληροφόρησης και, στη σημερινή εποχή, των fake news. Οι εικόνες, οι πληροφορίες, οι διαρροές, ακόμη και οι σκόπιμες υπερβολές, γίνονται εργαλεία επιρροής και διαμόρφωσης εντυπώσεων. Γι’ αυτό και είναι πρόωρο, αλλά και επικίνδυνο, να μιλά κανείς για νικητές και ηττημένους όσο η σύγκρουση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Πολύ περισσότερο όταν, όπως στην περίπτωση του πολέμου με το Ιράν, φαίνεται ότι σχεδιάστηκε η έναρξη, αλλά όχι το τέλος του.
Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο της παρούσας κρίσης. Δεν πρόκειται για μία ακόμη περιφερειακή ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Οι επιπτώσεις της έχουν ήδη ξεπεράσει τα γεωγραφικά όρια της περιοχής και αποκτούν παγκόσμια διάσταση. Δεν διακυβεύεται μόνο η ενεργειακή ασφάλεια, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Διακυβεύεται και η επισιτιστική σταθερότητα, καθώς από εκεί διέρχεται και μεγάλο μέρος των πρώτων υλών και προϊόντων που συνδέονται με τη διεθνή αγροτική παραγωγή και την αγορά λιπασμάτων. Εάν αυτή η ροή διακοπεί ή περιοριστεί, οι συνέπειες δεν θα είναι μόνο οικονομικές. Θα είναι κοινωνικές και πολιτικές, με αλυσιδωτές αντιδράσεις σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες.
Την ίδια στιγμή, αποδεικνύεται αφελής η εκτίμηση ότι ένα καθεστώς με βαθιές ρίζες, όπως το ιρανικό, μπορεί να καταρρεύσει απλώς και μόνο με στρατιωτικά πλήγματα κατά της ηγεσίας του. Η ιστορία έχει δείξει ότι αυταρχικά αλλά βαθιά εδραιωμένα συστήματα εξουσίας δεν ανατρέπονται μηχανικά από εξωτερικές επεμβάσεις. Αντιθέτως, πολύ συχνά η εξωτερική πίεση συσπειρώνει την κοινωνία γύρω από την εξουσία, ενισχύοντας ακριβώς εκείνο που υποτίθεται ότι επιδιώκει να αποδυναμώσει.
Το μάθημα αυτό το έχουμε ήδη πληρώσει ακριβά στη Μέση Ανατολή. Η εμπειρία της Αραβικής Άνοιξης απέδειξε ότι η βιαστική ή άκριτη επιδίωξη ανατροπών, χωρίς σχέδιο για την επόμενη ημέρα, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στη δημοκρατία και τη σταθερότητα. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε σε θεσμικό κενό, αποσταθεροποίηση, ασύμμετρες απειλές, τρομοκρατία και νέα προσφυγικά ρεύματα. Γι’ αυτό και σήμερα απαιτείται πολύ μεγαλύτερη στρατηγική σύνεση απέναντι σε όσους θεωρούν ότι η λύση βρίσκεται απλώς στην πτώση ενός καθεστώτος.
Αν τελικά ξεκινήσουν, όπως φημολογείται, χερσαίες επιχειρήσεις κατά του Ιράν, η κλιμάκωση θα είναι ταχεία και οι επιπτώσεις βαρύτατες, με κίνδυνο γενίκευσης της σύγκρουσης και απρόβλεπτες συνέπειες για την περιφερειακή και παγκόσμια σταθερότητα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κρίση θα εισέλθει σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση, όπου τα περιθώρια ελέγχου θα περιοριστούν δραματικά και η πιθανότητα ευρύτερης ανάφλεξης θα αυξηθεί κατακόρυφα.
Η Ευρώπη, δυστυχώς, δεν εμφανίζεται σήμερα έτοιμη να αναλάβει τον ρόλο που της αναλογεί. Παραμένει διχασμένη, χωρίς ενιαία εξωτερική πολιτική και χωρίς κοινή στρατηγική απέναντι σε μια κρίση που την αφορά άμεσα. Κι όμως, ακριβώς αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να είχε αναλάβει πρωτοβουλία διαμεσολάβησης. Διότι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος δεν είναι η γενίκευση του πολέμου, αλλά η επιστροφή στη διπλωματία.
Η Ελλάδα, μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον, οφείλει να κρατά σαφή και υπεύθυνη στάση: εγρήγορση χωρίς εμπλοκή, ισχυρή άμυνα χωρίς επιθετικότητα, προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στη σταθερότητα. Γιατί σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται βίαια, η νηφαλιότητα, η εθνική σοβαρότητα και η διπλωματική καθαρότητα είναι μορφές ισχύος.

