
Η αντιπαράθεση των συνταγματολόγων για το Άρθρο 86 δεν είναι μια «στεγνή» ακαδημαϊκή διαφωνία. Αγγίζει ένα πραγματικό πολιτικό διακύβευμα: την αναβάθμιση των θεσμών και την ανάγκη το πολιτικό προσωπικό να κινείται εντός θεσμικής κανονικότητας, ώστε η κοινωνία να ανακτήσει εμπιστοσύνη στο κράτος και στη λειτουργία της Δημοκρατίας.
Ταυτόχρονα, η συζήτηση για τη συνταγματική ρύθμιση «κουμπώνει» με τον μεταεκλογικό συσχετισμό δυνάμεων και ανοίγει ένα κρίσιμο ερώτημα: υπάρχει θεσμικός τρόπος να εξεταστούν τα πεπραγμένα μιας κυβέρνησης μετά τη λήξη της θητείας της; Και, κυρίως, θα διερευνηθούν ποτέ σοβαρές υποθέσεις και σκάνδαλα ή θα παραμένουν «κλειδωμένα» σε διαδικαστικά εμπόδια;
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο –με τη Νέα Δημοκρατία να βλέπει ποσοστά που δεν παραπέμπουν σε αυτοδυναμίακαι με την κοινωνική συζήτηση να στρέφεται σε πιθανές συνεργασίες– το Άρθρο 86 επανέρχεται δυναμικά: ποιος ελέγχει, πότε ελέγχει και με ποιους κανόνες.
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και διευθυντής του Εργαστηρίου Συνταγματικών Ερευνών της Νομικής του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, συνοψίζει τρία κομβικά σημεία:
-
Παραγραφή πριν και μετά το 2019
Για υπουργικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν την αναθεώρηση (28/11/2019), έχει παρέλθει η τότε προθεσμία δίωξης, άρα δεν μπορούν πλέον να ελεγχθούν. Για ό,τι έγινε μετά, ισχύει ο γενικός κανόνας παραγραφής. Έτσι, ενδεικτικά, τυχόν πλημμελήματα μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021 θεωρείται ότι έχουν ήδη παραγραφεί. -
Αν αλλάξει το Άρθρο 86, πιάνει και παλιές υποθέσεις (όσες “ζουν”)
Εφόσον αναθεωρηθεί το άρθρο, το νέο σύστημα θα εφαρμόζεται και σε παλαιότερες υποθέσεις, με βασική προϋπόθεση ότι δεν έχουν παραγραφεί. Δηλαδή, αν σήμερα η δίωξη περνά από τη Βουλή, αλλά αύριο προβλεφθεί ότι την κινεί δικαστικό όργανο (ή ότι η Βουλή έχει μόνο άδεια/αναστολή), αυτό θα ισχύει για όλες τις μη παραγεγραμμένες περιπτώσεις. -
Εξαίρεση όταν η Βουλή έχει ήδη “κόψει” τη διερεύνηση
Ζήτημα ανακύπτει κυρίως στις λίγες περιπτώσεις όπου η Βουλή έχει ήδη αποφασίσει να μην προχωρήσει έρευνα. Ακόμη κι εκεί όμως, εφόσον δεν υπάρχει παραγραφή, αν προκύψουν νέα και ουσιώδη στοιχεία, η υπόθεση μπορεί να επανελεγχθεί – οπότε θα εφαρμοστεί το νέο σύστημα.
Στην ουσία, η συζήτηση για το Άρθρο 86 δεν αφορά μόνο «τεχνικές» λεπτομέρειες. Αφορά το αν η χώρα μπορεί να χτίσει έναν μηχανισμό λογοδοσίας που να λειτουργεί χωρίς πολιτικές ασπίδες, αλλά και χωρίς νομικούς αιφνιδιασμούς, με κανόνες σαφείς και προβλέψιμους.

